Το φάντασμα της κρίσης προ των πυλών – Ο εφιάλτης επιστρέφει
Η απότομη άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα και η κινητικότητα που αρχίζει να καταγράφεται στα CDS ξυπνούν μνήμες από μια εποχή που η παγκόσμια οικονομία και μαζί της η Ελλάδα πίστευαν πως έχει παρέλθει.
Το 2007, η κρίση ξεκίνησε ως αναταραχή με μια φαινομενικά περιορισμένη επίδραση στο χρέος, προτού εξελιχθεί σε γενικευμένη κατάρρευση εμπιστοσύνης, παρασύρει τράπεζες και οικονομίες και ανοίξει τον δρόμο για την ελληνική κρίση.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα, όμως το «κοκτέιλ» είναι ανησυχητικά γνώριμο, με το ακριβότερο χρήμα, τα διογκωμένα χρέη, το ενεργειακό σοκ, τον επίμονο πληθωρισμό και τις αγορές να αρχίζουν να αναζητούν ξανά προστασία απέναντι στον κίνδυνο.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται αυτή τη φορά στο επίκεντρο και διαθέτει πολύ ισχυρότερες άμυνες, αλλά δεν μπορεί να μείνει εντελώς έξω από μια διεθνή αναταραχή. Αυτό που μένει να απαντηθεί είναι εάν οι αγορές προεξοφλούν απλώς μια νέα εποχή υψηλότερων επιτοκίων, χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού ή εάν πίσω από τον κίνδυνο ενός παγκόσμιου sell-off εμφανίζονται τα πρώτα ρήγματα μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Οι διεθνείς αγορές μοιάζουν να βρίσκονται μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών σεναρίων, σύμφωνα με τις ερμηνείες που δίνουν θεσμικοί φορείς και κορυφαίοι οικονομολόγοι στην απότομη αύξηση που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Τα κρατικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας, που αποτελούν ίσως τις ασφαλέστερες μακροχρόνιες επενδύσεις, δείχνουν να χάνουν την ελκυστικότητά τους, καθώς το ενδιαφέρον των επενδυτών στρέφεται περισσότερο στις μεγάλες εταιρείες που ηγούνται της «επανάστασης» της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ), στις αγορές πετρελαίου, στον χρυσό, αλλά και στα εμπορεύματα. Ως αποτέλεσμα, η σημερινή αξία των κρατικών ομολόγων πέφτει και αυξάνονται ραγδαία οι μακροχρόνιες αποδόσεις.
Το πρώτο σενάριο θέλει τη δημιουργία μιας «τέλειας καταιγίδας» από την αύξηση του κόστους δανεισμού, ταυτόχρονα με την υπερβολική διόγκωση των αποτιμήσεων των εταιρειών ΤΝ και την αύξηση του κόστους της ενέργειας και συνολικά του πληθωρισμού λόγω της παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Στο σενάριο αυτό, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ένα βήμα πριν από την κατάρρευση, καθώς επιχειρήσεις και κράτη θα δυσκολευτούν να αποπληρώσουν τα αυξημένα χρέη τους. Το δεύτερο σενάριο κάνει λόγο για μια επικείμενη αλλαγή στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, διαμορφώνοντας ένα νέο καθεστώς με σαφώς αυξημένα κεφάλαια να κινούνται προς επενδύσεις, που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα των οικονομιών και θα δημιουργήσουν νέο πλούτο.
Ως συνήθως, το πιθανότερο είναι η πραγματική εικόνα να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σύμφωνα με ανάλυση της δεξαμενής σκέψης (think tank) Bruegel με έδρα τις Βρυξέλλες, το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια έχουν γίνει σημαντικά ακριβότερα, καθώς οι επενδυτές στρέφονται σε πιο βραχυπρόθεσμες επιλογές. Το τι θα σημαίνει αυτό για την παγκόσμια οικονομία εξαρτάται, όμως, από πολλούς παράγοντες.
Στα ύψη οι αποδόσεις ομολόγων
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε – έστω και για λίγο – το 5%, μετά την απόφαση της Fed για αύξηση των επιτοκίων στην περιοχή του 3,75-4,00%. Παράλληλα, τα ομόλογα των ΗΠΑ έχουν «χτυπηθεί» από την αλλαγή πλεύσης των επενδυτών της Ιαπωνίας, που στρέφονται πλέον σε εγχώρια χρεόγραφα.
Το μέσο κόστος δεκαετούς δανεισμού των χωρών του G7 έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Το γερμανικό δεκαετές ομόλογο κινείται λίγο κάτω από το 3,50%, σε περιοχή όπου δεν έχει βρεθεί από το 2009. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει εκτιναχθεί, με την απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να αγγίζει το 4,50%. Τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου δεν μένουν αλώβητα, επηρεαζόμενα από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με την απόδοση του δεκαετούς να κινείται γύρω στο 4,25%.
Οι κυβερνήσεις βλέπουν τις νέες εκδόσεις να ακριβαίνουν και το μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών να κατευθύνεται στους τόκους. Ενδεικτικό της ανησυχίας είναι ότι στη Βρετανία εξετάζεται ήδη περιορισμός των πωλήσεων ομολόγων από την κεντρική τράπεζα, προκειμένου να εκτονωθεί η πίεση, ενώ ο λογαριασμός εξυπηρέτησης του χρέους στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι ξεπερνά πλέον τα 2 τρισ. δολάρια.
Στην αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων έχει συμβάλει σημαντικά η γεωπολιτική αβεβαιότητα, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική από ό,τι αρχικά αναμενόταν, διατηρώντας την τιμή του αργού πετρελαίου Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, που επηρεάζει περισσότερο την Ευρώπη, έχει αρνητικές συνέπειες στις επενδύσεις σε βιομηχανίες με μεγάλες ενεργειακές ανάγκες, όπως είναι η ΤΝ, αλλά και η άμυνα – δύο τομείς στους οποίους εκτιμάται ότι θα βασιστεί η μελλοντική ανάπτυξη παγκοσμίως.
Ωστόσο, η ανάπτυξη δείχνει για την ώρα ανθεκτική, απομακρύνοντας το σενάριο μιας μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Fed Κέβιν Γουόρς, οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αντανακλούν την ενίσχυση της οικονομίας. Ανάλυση της Goldman Sachs εκτιμά ότι μέσα στο επόμενο διάστημα θα υπάρχει καλύτερη ορατότητα σε ό,τι αφορά την απόδοση των επενδύσεων στην ΤΝ, μειώνοντας την αβεβαιότητα και δημιουργώντας χώρο για μείωση στις αποδόσεις του κρατικού χρέους.
Κινητικότητα στα ασφάλιστρα κινδύνου
Εν τω μεταξύ, σε επαγρύπνηση βρίσκονται τις τελευταίες ημέρες οι διαμεσολαβητές στην αγορά των Credit Default Swaps (CDS), δηλαδή των ασφαλίστρων έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας, γνωστών από την κρίση του 2008.
Οι αναταράξεις στις τιμές των ομολόγων προκαλούν ανησυχία, ειδικά όσο αυξάνεται η πιθανότητα η άνοδος των αποδόσεων να γίνει άτακτη και να μεταφερθεί από το κόστος δανεισμού στην εμπιστοσύνη απέναντι σε κράτη και επιχειρήσεις. Οσο ανεβαίνουν μόνο οι αποδόσεις των ομολόγων, η αγορά συνεχίζει να τιμολογεί ακριβότερα χρήμα. Εάν αρχίσουν όμως να αυξάνονται απότομα και τα CDS, τότε οι επενδυτές θα ζητούν προστασία απέναντι στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας.
Προς το παρόν, αυτό δεν συμβαίνει σε γενικευμένη κλίμακα. Ο iTraxx Europe Main, που παρακολουθεί τα CDS μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων επενδυτικής βαθμίδας, κινείται γύρω στις 55 μονάδες βάσης. Ο πιο ευαίσθητος iTraxx Crossover, που καλύπτει επιχειρήσεις χαμηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης, βρίσκεται κοντά στις 260 μονάδες. Και οι δύο παραμένουν κοντά στα επίπεδα πριν από τη νέα ενεργειακή κρίση.
Οι πρώτες πιέσεις είναι επιλεκτικές, με το ιταλικό πενταετές CDS να αυξάνεται περίπου 9% σε μία εβδομάδα, στις 34 μονάδες βάσης, και το ελληνικό σχεδόν 4%, στις 31 μονάδες, παραμένοντας όμως σε χαμηλά επίπεδα. Η ελληνική οικονομία παραμένει προστατευμένη από το ταμειακό απόθεμα, τη μεγάλη διάρκεια λήξης και το σταθερό κόστος του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της. Στις ΗΠΑ, αντίθετα, τα κρατικά CDS υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο, παρά την εκτίναξη των αποδόσεων στα ομόλογα.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι προς το παρόν αυξάνεται κυρίως το ασφάλιστρο πληθωρισμού και επιτοκιακού κινδύνου και όχι το ασφάλιστρο χρεοκοπίας. Οι επενδυτές ζητούν περισσότερα για να καλυφθούν από την ακριβή ενέργεια, τα υψηλότερα επιτόκια και την υπερπροσφορά χρέους, ενώ δεν αμφισβητούν ακόμη μαζικά την ικανότητα αποπληρωμής των κρατών. Ο πραγματικός συναγερμός θα σημάνει εάν το sell-off περάσει από τις αποδόσεις στα CDS. Τότε, η αγορά δεν θα τιμολογεί απλώς ακριβότερα το χρήμα, αλλά θα ξεκινήσει ο φόβος να πιέζει ασφυκτικά, πρώτα τους ευάλωτους και μετά το σύνολο αγορών και κρατών.
