«Φρένο» στις βραχυχρόνιες μισθώσεις από την ΕΕ – Ποιες περιοχές θα μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς
Νέα εργαλεία για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης επιχειρεί να δώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις πόλεις και στις εθνικές κυβερνήσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, στα τουριστικά καταλύματα, στις κενές κατοικίες και, υπό προϋποθέσεις, στην αγορά δεύτερης κατοικίας.
Η Κομισιόν παρουσίασε πρόταση νομοθετικού πλαισίου που κατοχυρώνει τη δυνατότητα των τοπικών Αρχών να παρεμβαίνουν σε περιοχές όπου η εξάπλωση των τουριστικών καταλυμάτων περιορίζει την προσφορά σπιτιών για μακροχρόνια μίσθωση και αυξάνει τις τιμές. Στόχος είναι η δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών κανόνων, οι οποίοι θα επιτρέπουν στις πόλεις να λαμβάνουν μέτρα χωρίς να βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπες με δικαστικές προσφυγές.
Οι περιορισμοί, πάντως, δεν θα μπορούν να επιβάλλονται αυθαίρετα. Οι αρμόδιες Αρχές θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν επηρεάσει αρνητικά την τοπική αγορά κατοικίας για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών. Τα μέτρα θα έχουν μέγιστη διάρκεια πέντε ετών και θα πρέπει να επικεντρώνονται σε δραστηριότητες που μειώνουν τον αριθμό των διαθέσιμων κατοικιών για τους μόνιμους κατοίκους.
Παράλληλα, οι δήμοι και οι περιφέρειες θα οφείλουν να εφαρμόζουν τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις για την καταγραφή των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Σε αυτές περιλαμβάνονται η εγγραφή των ακινήτων σε επίσημα μητρώα, η ανταλλαγή δεδομένων με τις ψηφιακές πλατφόρμες και η δυνατότητα απενεργοποίησης παράνομων ή μη καταχωρισμένων αγγελιών.
Η πρόταση επιτρέπει επίσης περιορισμούς στην αγορά δεύτερης κατοικίας σε περιοχές με ιδιαίτερα υψηλή στεγαστική πίεση. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζονται ήδη κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ένα ακίνητο πρέπει να χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία από τον ιδιοκτήτη ή να ενοικιάζεται σε μόνιμο κάτοικο και να μην παραμένει κενό.
«Οι δεύτερες κατοικίες αποτελούν μέρος της πραγματικότητας. Το ερώτημα είναι εάν οι πόλεις μπορούν να δίνουν προτεραιότητα στη χρήση των κατοικιών ως κύριας στέγης», δήλωσε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Επιτροπής και αρμόδια για τον Ανταγωνισμό, Τερέσα Ριμπέρα.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα παραμείνει σε σημαντικό βαθμό προαιρετικό, καθώς η στεγαστική πολιτική αποτελεί κατά κύριο λόγο αρμοδιότητα των κρατών, των περιφερειών και των δήμων. Η Κομισιόν θα καθορίζει τα κριτήρια με τα οποία μια περιοχή μπορεί να χαρακτηριστεί «ζώνη υψηλής στεγαστικής πίεσης», αλλά οι τοπικές Αρχές θα αποφασίζουν εάν θα παρέμβουν και ποια μέτρα θα εφαρμόσουν.
Ο επίτροπος Στέγασης, Νταν Γιόργκενσεν, επισήμανε ότι σε ορισμένες πόλεις έως και το 20% των κατοικιών παραμένει κενό. «Εάν δεν υπάρχουν αρκετές διαθέσιμες κατοικίες, δεν έχει νόημα να παραμένουν τόσα πολλά σπίτια αχρησιμοποίητα», ανέφερε.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Μαδρίτης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, στο κέντρο της ισπανικής πρωτεύουσας αντιστοιχούν περίπου 40 βραχυχρόνιες μισθώσεις σε κάθε 100 κατοικίες που διατίθενται για μακροχρόνια ενοικίαση. Συνολικά στην Ευρώπη, η δραστηριότητα στις τέσσερις μεγαλύτερες πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκε κατά 93% μεταξύ 2018 και 2024.
Περισσότεροι από τους μισούς Ευρωπαίους δηλώνουν πλέον ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην πρόσβαση σε προσιτή κατοικία. Οι υψηλές τιμές αγοράς, η άνοδος των ενοικίων και η μετατροπή οικιστικών ακινήτων σε τουριστικά καταλύματα έχουν καταστήσει τη στέγαση ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της ΕΕ.
Η πρόταση προκάλεσε αντιδράσεις από κόμματα της ευρωπαϊκής Δεξιάς, τα οποία προειδοποιούν ότι οι περιορισμοί μπορεί να θίξουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Η Επιτροπή απορρίπτει την κριτική, υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία προστατεύεται και ότι, βάσει της αρχής της επικουρικότητας, οι τελικές αποφάσεις θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
