Ιράν: Προς εκτέλεση η Μπίτα Χεμάτι – Η πρώτη γυναίκα διαδηλώτρια που καταδικάζεται σε θάνατο
Το Ιράν θα εκτελέσει για πρώτη φορά γυναίκα που συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος. Η Μπίτα Χεμάτι καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με τον 34χρονο σύζυγό της και άλλους δύο άνδρες, επειδή πέταξαν πέτρες σε ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας στην Τεχεράνη. Θεωρείται η πρώτη γυναίκα διαδηλώτρια που καταδικάζεται σε θάνατο σε σχέση με το πρόσφατο κύμα διαμαρτυριών του 2026.
Ημερομηνία της εκτέλεσης δεν έχει οριστεί ακόμα για την Μπίτα, η οποία έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Βέβαια, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων προειδοποιούν ότι σε υποθέσεις που αφορούν «εθνική ασφάλεια» ή «συνεργασία με εχθρικές χώρες» οι διαδικασίες είναι συχνά συνοπτικές και γρήγορες, χωρίς να τηρούνται οι κανόνες της δίκαιης δίκης. Καταγγέλλουν επίσης τον τρόπο με τον οποίο αποσπάστηκαν οι ομολογίες των κατηγορουμένων κάνοντας λόγο για βασανιστήρια κατά την διάρκεια των ανακρίσεων.
Σημειώνεται πως στο Ιράν σε αυτές τις περιπτώσεις η εκτέλεση γίνεται με την μέθοδο του απαγχονισμού, παρουσία δικαστικού λειτουργού και ιατροδικαστή.
Όπως είχε γίνει γνωστό στις 19 Μαρτίου το Ιράν εκτέλεσε και τρεις άνδρες οι οποίοι κατηγορούνταν για τη δολοφονία αστυνομικών κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων τον Ιανουάριο.
Ήταν οι πρώτες εκτελέσεις που συνδέονται με τις πανεθνικές διαδηλώσεις, οι οποίες είχαν κατασταλεί βίαια από τις αρχές. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι οι τρεις καταδικασθέντες δεν είχαν δίκαιη δίκη και ότι οι ομολογίες τους αποσπάστηκαν υπό βασανιστήρια.
Οι Μεχντί Γκασέμι, Σάλεχ Μοχαμαντί και Σαΐντ Νταβουντί απαγχονίστηκαν στην πόλη Κομ, νότια της Τεχεράνης, αφού κρίθηκαν ένοχοι για το έγκλημα της «κήρυξης πολέμου κατά του Θεού» (moharebeh), σύμφωνα με το πρακτορείο Mizan του δικαστικού σώματος.
Καταδικάστηκαν για συμμετοχή στη δολοφονία δύο αστυνομικών και για «επιχειρησιακές ενέργειες» υπέρ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ιδιαίτερη ανησυχία είχε εκφραστεί για την τύχη του Σάλεχ Μοχαμαντί, εφήβου πρωταθλητή πάλης, ο οποίος σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία στερήθηκε επαρκούς υπεράσπισης και εξαναγκάστηκε σε «ομολογίες» σε διαδικασία που δεν θύμιζε δίκαιη δίκη.
