Στη Σόφια
Στεναχωριόμαστε – ή αγανακτούμε – πληροφορούμενοι ότι από πλευράς ευμάρειας, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην προτελευταία θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Υπερέχει μονάχα της Βουλγαρίας. Λάθος κάνουμε. Οι Βούλγαροι επιμένουν ότι είναι μπροστά από εμάς.
Οντως. Οι μισθοί τους υπερβαίνουν, κατά μέσον όρον, τους δικούς μας. Επίσης όμως και οι τιμές τους. Στα σουπερμάρκετ, στα εστιατόρια, αισθάνεσαι το πορτοφόλι σου πιο αδύναμο από ό,τι στην πατρίδα. Να μη μιλήσουμε για τα ενοίκια ή για τον εσωτερικό τουρισμό.
Αν θες να πας για σκι, το θέρετρο Μπάνσκο στο όρος Πιρίν θα σου στοιχίσει μάλλον περισσότερο από τον Παρνασσό. Μόνο η βενζίνη πουλιέται σαφώς φτηνότερα στη Βουλγαρία. Ρωτήστε τους Σερραίους, που διασχίζουν τα σύνορα ίσως και καθημερινά.
Εχω έρθει στη Σόφια καλεσμένος της πρεσβείας μας για να παρουσιάσω το μυθιστόρημά μου «Νίκη». Είναι η τρίτη μου φορά.
Την πρώτη, το 1996, ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αποτελούσε ακόμα μια πολύ πρόσφατη ανάμνηση. Η απελευθέρωση – φευ – από το προηγούμενο καθεστώς δεν είχε πάρει τόσο τη μορφή της δημοκρατικής επανάστασης όσο της επέλασης μιας ολιγαρχίας, η οποία είχε βγει μέσα από τα σπλάχνα της νομενκλατούρας. Πρώην διευθυντές κρατικών εργοστασίων, γραφειοκράτες του κόμματος και αξιωματούχοι βεβαίως του στρατού και της αστυνομίας είχαν εν μια νυκτί σχεδόν μεταμορφωθεί στους πιο αδίστακτους καπιταλιστές. Το κλίμα θύμιζε φαρ ουέστ, βοηθούντων και των ξένων που είχαν ορμήσει στο κεχρί, δηλώνοντας επενδυτές.
Παλιότερα τηρούνταν τουλάχιστον ορισμένα προσχήματα – η ίδια η θυγατέρα του προέδρου Ζίβκοβ οδηγούσε μια Μερσεντές 190. Εναν κουβά για τα μέτρα των μαφιόζων, οι οποίοι δεν καταδέχονταν τίποτα ταπεινότερο από Πόρσε. Τους θυμάμαι στο ξενοδοχείο Σέρατον, που στεγαζόταν στο ίδιο πελώριο κτίριο με το Προεδρικό Μέγαρο. Με αθλητικές φόρμες που φούσκωναν στη μέση από τα σιδερικά. Με τις γυναίκες τους μακιγιαρισμένες στο μη παρέκει πρωινιάτικα, τυλιγμένες σε γούνες. Το ίδιο και τις κόρες τους κι ας ήταν κοριτσάκια του δημοτικού σχολείου.
Σήμερα το Σέρατον ονομάζεται Σόφια Μπαλκάν Παλάς και ανήκει στον όμιλο Δασκαλαντωνάκη. Αισθητικά το επίπεδο έχει ανέβει κατακόρυφα. Οι «έχοντες και κατέχοντες» της Βουλγαρίας διαθέτουν πλέον μια μόρφωση, μιαν αβρότητα, όπως βεβαίως και οι έλληνες επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται εδώ με θαυμαστά αποτελέσματα.
«Παρ’ όλα αυτά, η οικονομία παραμένει ρηχή» μου λέει ένας οξυδερκέστατος Πειραιώτης, που ύστερα από είκοσι χρόνια γνωρίζει τη χώρα σαν τη χούφτα του. «Χάρη στη χαμηλότατη φορολογία, δέκα τοις εκατό αυστηρά, προσελκύουν αξιόλογα διεθνή κεφάλαια. Βάρδα μη και φυσήξει αλλιώς ο αέρας. Θα τα μαζέψουν και θα φύγουν άρον-άρον…» Αρκετοί έχουν διαφορετική γνώμη, μιλάνε για βουλγάρικο θαύμα, απ’ το οποίο εμείς θα οφείλαμε να παραδειγματισθούμε.
«Επί τρία χρόνια, οι μισθοί ανέβαιναν δεκαπέντε τοις εκατό ετησίως» διαφωνεί ο Πειραιώτης. «Αντανακλούσε αυτό αληθινή ανάπτυξη; Ας μην κοροϊδευόμαστε! Δεν έχουν λησμονήσει τον παλιό κομμουνιστικό τρόπο να κάνουν τα νούμερα να ευημερούν».
«Σας ζηλεύω Ελληνες!» μου λέει ο Τόντορ Τοντόροβ, καθηγητής Φιλοσοφίας και βραβευμένος πεζογράφος. «Εχετε μέσα σας το πνεύμα της αντίστασης. Πάντα σηκώνατε μπαϊράκι εναντίον των κατακτητών. Εμείς αντίθετα εμφορούμαστε από το σύνδρομο της μικρής χώρας, που πρέπει – εξ ορισμού δήθεν – να κηδεμονεύεται από μια υπερδύναμη. Παλιότερα δίναμε γη και ύδωρ στους Σοβιετικούς. Τώρα υποτασσόμαστε στους Αμερικανούς».
«Υπερβάλλεις» του απαντώ. «Εμείς σταθήκαμε απλώς στη σωστή πλευρά της Ιστορίας και στους δυο παγκόσμιους πολέμους. Κι έπειτα, λόγω της γεωγραφικής μας βασικά θέσης, γλυτώσαμε από το παραπέτασμα».
«Και όμως. Εσείς δεν βολεύεστε κάτω απ’ τα ξένα βήματα – το λέει ολόσωστα ο μεγάλος σας Γιάννης Ρίτσος».
«Σε ευχαριστώ για τον έπαινο! Μη λησμονείς ωστόσο ότι αντάμα με τη λαχτάρα για ελευθερία μάς διακατέχει ανέκαθεν και ο εμφύλιος δαίμονας. Θυμίσου τι θέμα έχει το παλιότερο κι αξεπέραστο ποίημά μας. Οχι μια εποποιία αλλά έναν καβγά. “Μήνιν άειδε, θεά”. Τον θυμό του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα για τα ωραία μάτια μιας γυναίκας…».
«Υπάρχει άραγε υψηλότερο ιδανικό;» χαμογελάει ο Τοντόροβ.
