Υπάρχει ΝΑΤΟ χωρίς την Αμερική;
«Αμα έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς», λέει το γνωστό λαϊκό γνωμικό. Στην περίπτωση δε της Ευρώπης και των σχέσεών της με τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ, δείχνει να ταιριάζει γάντι.
Ειδικά αυτή την περίοδο, στην οποία όποια πέτρα κι αν σηκώσει κανείς, θα βρει μια – μικρή ή μεγαλύτερη – σύγκρουση ανάμεσα στους δύο παραδοσιακούς συμμάχους και εταίρους, σε όλα τα επίπεδα, από το εμπόριο, την οικονομία και τους δασμούς, μέχρι τη γεωπολιτική σκακιέρα και τους εν εξελίξει πολέμους σε Ιράν και Ουκρανία. Κι αυτό αφορά φυσικά και το ΝΑΤΟ, το οποίο όμως φαίνεται να έχει εισέλθει στην πιο σοβαρή κρίση της ιστορίας του, από την οποία κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι πως θα βγει αλώβητο – σε κάθε περίπτωση δε, σίγουρα δεν πρόκειται να βγει το ίδιο.
Η αλήθεια είναι ότι το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, που ιδρύθηκε και οικοδομήθηκε για τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου, δεν είναι η πρώτη φορά που αμφισβητείται. Μέχρι σήμερα, όμως, συνήθως ήταν η Γαλλία αυτή η οποία σήκωνε «μπαϊράκι», αρνούμενη να υποταχθεί άνευ όρων στους Αμερικανούς – κάτι που έκανε τόσο επί Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος το 1966 αποχώρησε (προσωρινά) από το στρατιωτικό του σκέλος όσο και επί Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος το είχε χαρακτηρίσει «εγκεφαλικά νεκρό» κατά την πρώτη του προεδρική θητεία (το 2019).
Οι πάντες γνώριζαν και γνωρίζουν, όμως, ότι σε αντίθεση με τη Γαλλία – η οποία είναι μεν μεγάλη και πολύ σημαντική, αλλά όχι ακριβώς αναντικατάστατη – μια ενδεχόμενη ρήξη των ΗΠΑ με το ΝΑΤΟ ή, ακόμη χειρότερα, η αποχώρησή τους από αυτό θα ισοδυναμούσε πρακτικά με το τσάκισμα της ραχοκοκαλιάς του. Γι’ αυτό, στο φόντο των επαναλαμβανόμενων δηλώσεων του Τραμπ και κορυφαίων συνεργατών του (που ακριβώς επειδή είναι επαναλαμβανόμενες και στο ίδιο μοτίβο αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται για «λάθος» ή «παρανόηση»), το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά και ευθέως είναι πλέον το εξής: Υπάρχει ΝΑΤΟ χωρίς την Αμερική – και αν ναι, με ποια μορφή και δομή;
Ακόμη και τώρα, βεβαίως, είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι εξακολουθούν να πιστεύουν πως όλο αυτό είναι μια «παρένθεση», ένας εφιάλτης με άλλα λόγια, ο οποίος θα περάσει μόλις ο Τραμπ αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο. Θέτουν, μάλιστα, ως πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση τις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου, ποντάροντας σε μια ηχηρή ήττα των Ρεπουμπλικανών και προσωπικά του προέδρου – κάτι που, όπως λένε, θα του στερήσει τη δυνατότητα να κάνει ό,τι θέλει και να δρα ανεξέλεγκτος.
Ταυτόχρονα, όμως, έστω και με αργούς ρυθμούς, οι πάντες έχουν αρχίσει να προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα, γνωρίζοντας ότι ακόμη και όταν ο Τραμπ φύγει από το προσκήνιο, πολλά θα έχουν αλλάξει, έστω κι αν το ΝΑΤΟ δεν έχει διαλυθεί.
Δεν είναι τυχαίο, από αυτή την άποψη, ότι τα κράτη – μέλη της ΕΕ έχουν βγάλει από τα συρτάρια τους εκείνο το τμήμα της Συνθήκης που περιλαμβάνει το Αρθρο 42.7 – αντίστοιχο, τηρουμένων των αναλογιών, με το Αρθρο 5 του ΝΑΤΟ – που παρέμενε… σκονισμένο στα αζήτητα επί δεκαετίες. Ούτε αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι Βερολίνο και Παρίσι αποφάσισαν να δώσουν ακόμη μια ευκαιρία (έστω και με λίγες πιθανότητες επιτυχίας αυτή τη στιγμή) στο ευρωπαϊκό μαχητικό της επόμενης γενιάς, το αποκαλούμενο FCAS.
Από την πλευρά τους, οι παραδοσιακοί αντίπαλοι και ανταγωνιστές των ΗΠΑ, κυρίως δε η Κίνα, έχουν κάθε λόγο να τρίβουν τα χέρια τους. Διαπιστώνουν, εξάλλου, ότι αυτό που ονομάζεται «στρατόπεδο της Δύσης» εμφανίζει τη μία ρωγμή μετά την άλλη, σε βαθμό που να απειλείται με κατάρρευση.
Το πρωτοσέλιδο του τελευταίου τεύχους του «Economist», που δείχνει τον Σι Τζινπίνγκ να χαμογελά ικανοποιημένος βλέποντας τον Τραμπ εκτός εαυτού, μαρτυρά πολλά. Ειδικά εάν συνδυαστεί με τον κεντρικό τίτλο: «Ποτέ μην ενοχλείτε τον εχθρό σας όταν αυτός διαπράττει σφάλμα».
