Η εποχή του αρχηγισμού
Μια νέα κατάσταση πραγμάτων διαμορφώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα μετά την οικονομική κρίση του 2008: η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος στη Δύση γενικεύτηκε, οι κοινωνίες απογοητεύτηκαν, τα κεκτημένα αποδείχθηκαν προσωρινά και υπό αίρεση, το μέρισμα της οικονομικής προόδου κατανέμεται με τρόπο τόσο άνισο ώστε η ίδια η πρόοδος να καθίσταται υπονομευτική της κοινωνικής ενότητας. Και ακολούθησε σειρά άλλων καινοφανών γεγονότων και κρίσεων.
Η κατάρρευση των βεβαιοτήτων αποτυπώθηκε στις πολιτικές συμπεριφορές. Καθώς δεν φαίνεται μια συνολική και συνεκτική πρόταση διαχείρισης της νέας πραγματικότητας (στο πρότυπο των «μεγάλων αφηγήσεων» του 19ου και του 20ού αιώνα), οι πολίτες αναζητούν απαντήσεις στα πρόσωπα. Συμβαίνει παντού – και χωρίς ιδεολογικές διαχωριστικές. Τα κόμματα-εκφραστές πολιτικών σχεδίων μετατρέπονται σε προσωποκεντρικά σχήματα, με καθοριστικό τον ρόλο του αρχηγού τους.
Στις ΗΠΑ, είναι λιγότερο εντυπωσιακό ότι ο Τραμπ εξελέγη πρόεδρος από το γεγονός ότι μπόρεσε να καταλάβει εξ εφόδου το παλιότερο και ισχυρότερο αμερικανικό κόμμα, τους Ρεπουμπλικανούς. Οι (εγ)κατεστημένοι μηχανισμοί, οι βαθιές ρίζες, τα επίπεδα εξουσίας σαρώθηκαν από ένα πρόσωπο που εξέφρασε το ρεύμα της αμφισβήτησής τους από μέσα. Στην Κίνα, ο Σι έχει συγκεντρώσει εξουσία που δεν είχε κανείς μετά τον Μάο – ούτε ο αναμορφωτής της χώρας Ντενγκ.
Αλλά και στη Γαλλία, το ρεύμα που έφερε τον Μακρόν στην εξουσία δεν απέκτησε ποτέ βάθος – και γι’ αυτό βαδίζει προς την εξαφάνιση μαζί με το τέλος της δεύτερης θητείας του. Και η «Ανυπότακτη Γαλλία» δύσκολα θα αντέξει την αποχώρηση, όποτε έρθει, του γηραιού πια Μελανσόν. Στην Ιταλία, η Δεξιά συσπειρώθηκε επειδή υπάρχει η Μελόνι και στη Βρετανία η πτώση του ιστορικού συντηρητισμού έχει την προσωπική υπογραφή του Φάρατζ, που όποτε έλειπε η απήχηση του κινήματός του εξατμίστηκε.
Στον ελληνικό πολιτικό μικρόκοσμο – που του αρέσει να πιστεύει πως αποτελεί εξαίρεση – η πορεία είναι ανάλογη. Ο ΣΥΡΙΖΑ πεθαίνει για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του αναγνωρίζοντας λειτουργικά και οργανωτικά, αυτό που πάντοτε υπήρξε πολιτικά και εκλογικά: το κόμμα του Τσίπρα. Τα περισσότερα υποπροϊόντα του, που θεωρητικά εκφράζουν το «καινούργιο», έχουν ως στίγμα τον αρχηγισμό – χαρακτηριστικό του παλαιοκομματισμού. Ανεξάρτητα από την επιρροή τους, η Πλεύση Ελευθερίας, το Κίνημα Δημοκρατίας, το ΜέΡΑ25 δεν είναι τίποτε παραπάνω από κόμμα Κωνσταντοπούλου, Κασσελάκη, Βαρουφάκη. Και η ριζοσπαστική Δεξιά ίδια είναι: η Ελληνική Λύση και η Φωνή Λογικής δεν έχουν να πουν κάτι παραπάνω από την τηλεοπτική ρητορεία των αρχηγών τους. Απέναντι στον αναχρονισμό που συνιστά η προσωποκεντρική πολιτική, τα κόμματα του μεταπολιτευτικού κατεστημένου μοιάζουν με όαση.
Η διακυβέρνηση της ΝΔ σφραγίζεται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει για την επιβίωση του κόμματος χωρίς αυτόν. Το ΚΚΕ ήταν πάντοτε ανεξάρτητο από τον γραμματέα του ακόμη και όταν είχε το βάρος του Φλωράκη. Και για το ΠΑΣΟΚ το ερώτημα είναι περισσότερο αν μπορεί να υπάρξει με τον Νίκο Ανδρουλάκη επικεφαλής, παρά τι θα απογίνει αν τον χάσει. Ευτυχώς στην Ελλάδα επικρατεί ακόμη η οργάνωση γύρω από συλλογικά σχήματα, δηλαδή κόμματα, με όλα τα αμαρτήματά τους.
Δεν είναι παράλογο οι εκλογικές επιδόσεις ενός κόμματος να είναι συνάρτηση του εκτοπίσματος του επικεφαλής του. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά και με θετικό και με αρνητικό πρόσημο – από τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι το Εργατικό Κόμμα του Νιλ Κίνοκ. Ενας αρχηγός μπορεί να είναι κατάλληλος ή ακατάλληλος, επαρκής ή ανεπαρκής. Δεν μπορεί να είναι αναντικατάστατος ούτε στη συνείδηση των εκλογέων. Γιατί αυτό είναι το θεμέλιο του αυταρχισμού με δημοκρατική νομιμοποίηση.
