Διά βίας εκπαίδευση;
Οταν τα ΜΜΕ περιγράφουν την εγκληματικότητα των ανηλίκων, την παρουσιάζουν σαν ζούγκλα εφηβείας. Τα λεγόμενα ατίθασα νιάτα ταυτίζονται με τον εγκληματικό προθάλαμο.
Κι όμως. Τα παιδιά μας ούτε γεννιούνται δολοφόνοι ούτε μετατρέπονται αιφνιδίως (και ανεπαισθήτως;) σε αδίστακτους εγκληματίες.
Εκπαιδεύονται στη βία και στην άρνηση του διαλόγου και του δικαίου, καθώς κακή βία ή αποδεκτή βία διαπλέκονται αδιάκριτα σε μια κοινωνικοπολιτική αλυσίδα, όπου όλοι παρουσιάζονται ως «αθώοι».
Αν εξαιρέσει, όμως, κανείς την αμυντική βία των νέων (που θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα των ενηλίκων, π.χ. ενδοοικογενειακή βία, κακοποίηση, εγκατάλειψη, εκμετάλλευση) ή και τη βία ως μέσοv ενηλικίωσης (όπου ο νέος έτσι ανακαλύπτει τα όρια του εαυτού του και των σχέσεών του), αν εξαιρέσει κανείς τη συμβολική βία του στυλ και τη λεκτική βία της πρόκλησης, πρέπει ν’ απομένει ένα πολύ μικρό κομμάτι εγκληματικής βίας (δηλαδή με πρόθεση και αναπαραστάσεις όχι «παιχνιδιού», αλλά παράβασης του νόμου και σοβαρής βλάβης του άλλου).
Το μόνο ανησυχητικό είναι η εξοικείωση των νέων με τη βία, το σύνδρομο του βίαιου κόσμου. Αυτό όμως είναι ένα στοιχείο πολιτισμού και όχι μόνον εγκληματολογικής ανάλυσης.
Το βασικό ερώτημα που θέτουμε είναι αν μπορεί να υπάρξει αυτοτελής και ανεξάρτητη σχολική πρόληψη της βίας χωρίς παρεμβάσεις στο κοινωνικό τρίγωνο: βία στον δρόμο, στο σπίτι, στην τάξη.
Συμπλοκές μεταξύ νέων (και μέσα στο σχολείο) με «συμμορίες» ανηλίκων (που αντικαθιστούν την έτσι κι αλλιώς απούσα οικογένεια) που δραστηριοποιούνται εντός / εκτός σχολείου, επιθέσεις μαθητών με μαχαίρια, βόμβες μολότοφ, εισβολές στο σχολείο από μαθητές άλλων σχολείων συμβαίνουν.
Ομως, οι περισσότερες εν-τάσεις και οι συγ-κρούσεις μέσα στο σχολικό περιβάλλον δεν παραπέμπουν υποχρεωτικά στην «εγκληματική βία», αφού τα υφέρποντα ή και εμφανή κίνητρα συνδέονταν περισσότερο με το γόητρο, το «παλικαριλίκι», την ισχύ, την εξουσία ή ακόμα με την ανισότητα και την υποβάθμιση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το σχολείο μπορεί να προκαλέσει ή και να διαχειριστεί με ορθό παιδαγωγικό τρόπο τη νεανική έκρηξη βίας, είτε αυτή ορίζεται ως αντιδρώσα είτε ως αυτόνομη. Ας μην ξεχνάμε ότι ο θυμός μέσα στο σχολείο και έναντι όλων συνδυάζεται και ενισχύεται από την πλήξη και την απογοήτευση, που όμως δεν αίρουν την ανάγκη του μαθητή να ανήκει σε μια ομάδα χωρίς να χάνει την ατομικότητά του.
Η ασυμφωνία των ευρημάτων των σχετικών ερευνών, και λόγω της ορολογικής σύγχυσης, θα έπρεπε να αποτρέπει μονοπαραγοντικές ερμηνείες. Ο δυναμικός και εξελικτικός χαρακτήρας της νεανικής βίας δεν μπορεί να κλειστεί μέσα σε τυποποιημένα σχήματα ατομικών αποκλίσεων (ιδίως όταν το περιβάλλον προσλαμβάνεται ως εχθρικό). Η μετεξέλιξη της ζωντάνιας του νέου σε εχθρότητα, δηλαδή η μετουσίωση της καλοήθους επιθετικότητας σε βία, κρύβει εσωτερικά νοήματα που οφείλουμε ταχύτατα ν’ αποκωδικοποιήσουμε. Οι εκρήξεις οργής, διάψευσης, αντί-δρασης μπορεί να συνδέονται με τη βία της σχολειοποίησης, μπορεί και όχι (να έχουν δηλαδή τις ρίζες στην οικογένεια ή στις παρέες). Από την άλλη, οι ανομικές φασαρίες μέσα στην τάξη αποδεικνύουν το τέλος των αντοχών του μαθητή στις πιέσεις που δέχεται από παντού.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, καλό θα ήταν να πάψουμε να διαβάζουμε για «θηριοτροφεία», για «εγκληματίες της τάξης» κ.λπ.
Ψυχραιμία κοινωνική, σωστή παιδαγωγική διάγνωση και θεσμικά μέτρα κοινωνικοποίησης, χωρίς καταστολές και ηθικό πανικό.
Ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης είναι πρώην υπουργός
