Το τέλος μιας φρικτής θεοκρατίας δολοφόνων
Στις 7 Αυγούστου 2024, η παρούσα στήλη, στο άρθρο με τίτλο «Το Ιράν ούτε θέλει ούτε και μπορεί» υποστήριζε ότι η ισχύς του ήταν μύθος: «Το Ιράν είναι πολύ γερό στο να χρηματοδοτεί, να στήνει, να οργανώνει, να ενθαρρύνει, να δημιουργεί προβληματικές καταστάσεις, αλλά απέχει έτη φωτός από το να μπορεί να αναμετρηθεί έναντι τέτοιων αντιπάλων. Μπορεί να παίρνει όρκους εκδίκησης για τους θανάτους των ηγετών της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, όμως αυτός είναι περισσότερο ο ρόλος του παρά το αληθινό συμφέρον του. Και κυρίως είναι κάτι που, ακόμα και αν ήθελε, δεν μπορεί κατά πάσα πιθανότητα – βεβαιότητα – να καταφέρει».
Τώρα, ενάμιση χρόνο μετά, αποδεικνύεται του λόγου το αληθές. Από το Σάββατο, οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις εναντίον της πιο στυγνής θεοκρατίας του κόσμου για τους πολίτες της και πιο επικίνδυνης για όποιους άλλους ανεξέλεγκτα στοχοθετούσε, φέρνουν, επιτέλους, το τέλος όχι μόνον του μύθου της μα και της ίδιας.
Πρόκειται για επιθέσεις εναντίον ενός κράτους βαθύπλουτων φανατικών τρομοκρατών που έκανε τα πάντα εισφέροντας τεράστιους πόρους και επιμονή προκειμένου να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο, όταν επί δεκαετίες είχε διαρκή διακηρυγμένο στόχο να εξοντώνει «απίστους» όπου αποφασίζει – και όχι μόνον το Ισραήλ όπως λανθασμένα πολλοί νομίζουν, αν και ασφαλώς εξαρχής ο κύριος σκοπός τους ήταν να το σβήσουν εντελώς από το χάρτη.
Καθεστώς που, θα πρέπει να μην ξεχνά κανείς ότι, δυστυχώς εκκολάφθηκε στην καρδιά της Ευρώπης, στη Γαλλία, σε ένα από τα πιο μεγάλα σφάλματα της ευρωπαϊκής πολιτικής από όπου ο Χομεϊνί προετοίμασε με όλη του την άνεση αυτόν τον γεμάτο μίσος κατά πάντων των «απίστων» επιθετικό αιμοβόρο μεσαίωνα.
Εκτοτε, το Ιράν ήξερε πολύ καλά πώς να κρατά σφιχτά δεμένη πολιτικά την Ευρώπη, πατώντας στη θλιβερή φοβικότητα που κατά σύστημα επικρατεί σε αυτή, παράλληλα βέβαια με ακόμα πιο θλιβερούς πολιτικαντισμούς διαφόρων κινήτρων, καθόλου «αγαθών», παρά το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι έχουν πολλάκις πληρώσει τέτοιους τρομοκράτες με αίμα αθώων πολιτών τους μέσα στις ίδιες τους τις πόλεις, στις καρδιές των πρωτευουσών τους.
Το τι ακριβώς θα συμβεί από εδώ και πέρα μέσα στη χώρα είναι πολύ νωρίς να κριθεί με ασφάλεια. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτό το καθεστώς, ακόμα και αν αντέξει να κρατηθεί κάπως στην εξουσία, θα τελεί υπό κατάρρευση – ουδεμία σχέση θα έχει με ό,τι υπήρξε όλες αυτές τις δεκαετίες: ένας αδίστακτος βασανιστής για τον λαό του και ένας μαζικός εξαγωγέας τυφλής τρομοκρατίας για τον κόσμο. Αυτά, έχουν τελειώσει. Οσο για τα πυρηνικά, η συζήτηση είναι φυσικά πλέον εντελώς περιττή – συζήτηση που κάκιστα και μάλιστα εν γνώση τους διαιώνιζαν τόσο οι ευρωπαίοι όσο και οι αμερικανοί δημοκρατικοί με το Ιράν να προχωρά περισσότερο όσο εκείνοι έκαναν ότι δεν έβλεπαν.
Είναι εξωφρενικά υποκριτικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, απελπιστικά ανόητο να υποστηρίζεται ότι με αυτά τα δεδομένα το Ιράν έπρεπε να αφήνεται να συνεχίζει. Επειδή, έτσι, στο τέλος, αφού πρώτα θα είχε χρηματοδοτήσει πολλούς ακόμα τρομοκράτες, θα κατάφερνε τον στόχο του. Και δεν θα υπήρχε πιο εφιαλτικό σενάριο από το να έχουν αυτοί οι αδίστακτοι μαζικοί δολοφόνοι στα χέρια τους τέτοια όπλα: ένας εφιάλτης που έληξε πλέον οριστικά. Και μαζί του έληξε και η εξαγωγή τρομοκρατίας, η κύρια ενασχόληση του κτηνώδους αυτού καθεστώτος. Τώρα, ένα μένει πια: να απελευθερωθεί αυτός ο λαός από τη σκλαβιά που ζει εδώ και δύο γενιές, με τον τρόμο να κόβει κάθε του ανάσα. Που η βαρβαρότητα αυτής της θεοκρατίας τον έστειλε αιώνες πίσω, σε εποχές που η ανθρώπινη ζωή δεν άξιζε απολύτως τίποτα απέναντι σε εξουσίες που από το πρωί μέχρι το βράδυ, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο, πότιζαν τον τόπο τους με αίμα ανθρώπων ξεγραμμένων, δίχως ελπίδα.
