Οι άγνωστες καταθέσεις για την τραγωδία στη Χίο – Τι αποκαλύπτουν τα «ΝΕΑ»
«Δεν ήταν τρακάρισμα. Επίτηδες μας χτύπησε ξαφνικά αριστερά μας το σκάφος του Λιμενικού αμέσως μόλις μας έριξαν ένα φως. Δεν μας φώναξαν ούτε “stop”, ούτε είχαν αναμμένο τον φάρο. Αν είχαμε ακούσει “stop”, θα είχαμε σταματήσει και δεν θα είχαν πεθάνει τα παιδιά μας».
«Μόλις είδαμε το φουσκωτό, ανάψαμε το καρούμπαλο. Κινούμασταν παράλληλα με την ίδια ταχύτητα, ενώ τους φωνάζαμε. Ξαφνικά ο χειριστής του σκάφους έστριψε απότομα αριστερά γιατί ίσως ήθελε να βρεθεί πίσω μας. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πήγε προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση, ίσως έχασε την ψυχραιμία του».
Αυτές τις δύο αντίθετες εκδοχές για όσα συνέβησαν το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου κοντά στην παραλία Μυρσινιδίου στη Χίο ύστερα από τη σύγκρουση μιας λέμβου που μετέφερε μετανάστες με περιπολικό σκάφος του Λιμενικού, από την οποία έχασαν τη ζωή τους 15 άνθρωποι, δίνουν – σύμφωνα με τη δικογραφία που αποκαλύπτουν «ΤΑ ΝΕΑ» – οι αλλοδαποί που επιβίωσαν από το δραματικό συμβάν και οι χειριστές του ελληνικού σκάφους.
Κύριο (νεότερο) εύρημα που προκαλεί νέο κύκλο ερωτημάτων αποτελούν τα ίχνη θραύσης του πυθμένα στο σκάφος του Λιμενικού, μήκους 20 εκατοστών, στην πίσω πλευρά του, πέρα από εκείνα που είχαν παρουσιαστεί στη δεξιά πλευρά της πλώρης του. Κάτι που θεωρείται δείγμα ότι υπήρξε και άλλη φάση σύγκρουσης – πλήγματος των δύο σκαφών πέρα από την επίσημη θεωρία ότι «το φουσκωτό με τους μετανάστες εμβόλισε το σκάφος του Λιμενικού».
Με κύριο ερώτημα, πλέον, εάν τελικώς το σκάφος του Λιμενικού «πάτησε» πάνω στο φουσκωτό με την πίσω πλευρά του (κάτω από την πρύμνη) στη διάρκεια της καταδίωξης. Και εάν αυτό εξηγεί τελικά γιατί τουλάχιστον 12-13 από τα θύματα πέθαναν από βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Με συμπληρωματικό ζητούμενο γιατί όλοι οι επιβάτες του φουσκωτού που έχουν καταθέσει μιλούν για εντελώς διαφορετική εξέλιξη του συμβάντος, από τις επίσημες αναφορές του Λιμενικού. Τις επόμενες ημέρες πάντως αναμένεται να γίνει προσπάθεια ανέλκυσης του φουσκωτού των διακινητών.
Βυθίστηκε σχεδόν αμέσως
Σύμφωνα λοιπόν με δικαστικές πηγές, στη δικογραφία που έχει σχηματιστεί υπάρχουν οι καταθέσεις τουλάχιστον επτά αλλοδαπών που επιβίωσαν από την πολύνεκρη σύγκρουση, στις οποίες όλοι ανεξαιρέτως αναφέρονται σε αιφνιδιαστικό «χτύπημα» του φουσκωτού – το οποίο άλλωστε βυθίστηκε σχεδόν αμέσως, οπότε δεν έχει εξεταστεί – από το σκάφος του Λιμενικού, από την αριστερή πλευρά «και ενώ ήταν 1 ναυτικό μίλι από τα ελληνικά παράλια και κινούνταν, χωρίς ελιγμούς, με σχετικά σταθερή ταχύτητα».
Ενας 26χρονος μετανάστης που διασώθηκε κατέθεσε ότι «είδαμε ένα λευκό φως που αναβόσβησε και ένα δυο δευτερόλεπτα μετά μας χτύπησε το σκάφος του Λιμενικού. Δεν μας μίλησε κανείς να σταματήσουμε. Αν μας μιλούσε, θα σταματούσαμε αμέσως γιατί είχαμε πολλά μικρά παιδιά».
Τα ίδια αναφέρει και ένας 22χρονος που επιβεβαίωσε ότι υπήρξε «αυτό το αιφνιδιαστικό πλήγμα από αριστερά» και ότι «δεν είδαμε, εκτός των άλλων, κανένα μπλε φως (από τον φάρο που διαθέτει το σκάφος του Λιμενικού)». Ενας 35χρονος διασωθείς κατέθεσε ότι «στη διάρκεια της πορείας κοιτούσε κάτω» αλλά και αυτός αναφέρεται «σε ξαφνική πτώση του σκάφους της Ακτοφυλακής στην αριστερή πλευρά του φουσκωτού». Μια 41χρονη αλλοδαπή ανέφερε ότι «δεν πήγε το σκάφος μας πάνω στο ελληνικό. Δεν ήταν τρακάρισμα. Επίτηδες μας χτύπησε. Θα σταματούσαμε αν μας το ζητούσαν».
Μια 29χρονη ανέφερε ότι «ο οδηγός μας (σ.σ.: ο διακινητής) έτρεξε λίγο όταν κατάλαβε ότι πλησιάζουμε στην ακτή. Μας χτύπησε το σκάφος αριστερά με την μπροστά δεξιά μεριά του. Είδα στη βάρκα πολλούς χτυπημένους και πολλά αίματα. Δεν θέλω να θυμάμαι. Ενας Θεός ξέρει πώς ζήσαμε».
Ο κυβερνήτης του περιπολικού
Ο 33χρονος κυβερνήτης του περιπολικού σκάφους, όπως προαναφέρθηκε, έδωσε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή, ότι δηλαδή «ενώ υπήρξε παράλληλη πορεία των δύο σκαφών και είχαν ακολουθηθεί όλες οι τυπικές, προβλεπόμενες διαδικασίες ενημέρωσης / προειδοποίησης των επιβατών του φουσκωτού, εκείνο με μία αιφνιδιαστική στροφή αριστερά μάς χτύπησε στη δεξιά πρύμνη».
Συμπληρώνοντας ότι δεν μπορούσε να «ψυχολογήσει την αντίδραση του διακινητή». Στις ίδιες αναφορές προχώρησε και ο 47χρονος συγκυβερνήτης του περιπολικού που αναφέρθηκε στην «ομόρροπη πορεία των δύο σκαφών» και «την κίνηση αριστερά του φουσκωτού», αποδίδοντας αυτή την κίνηση στο γεγονός ότι «ο διακινητής ήταν αδίστακτος άνθρωπος ή και έκανε λάθος γιατί ήταν άπειρος».
Αναφέρεται, επίσης, ότι υψηλόβαθμα στελέχη των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών που ρωτήθηκαν από «ΤΑ ΝΕΑ» για τη μη επιδειχθείσα ζημιά, η οποία εντοπίστηκε στην πίσω δεξιά πλευρά του πυθμένα, επιβεβαίωσαν την ύπαρξή της. Συμπληρώνοντας ότι «έχει ήδη ζητηθεί σχετική πραγματογνωμοσύνη». Προχωρώντας, τέλος, στην εκτίμηση ότι ίσως στο σκάφος του Λιμενικού «ανασηκώθηκε η δεξιά πλευρά του από το πρώτο χτύπημα στην πλώρη από το φουσκωτό και χτύπησε – χωρίς να υπάρχει σχετικός σκόπιμος χειρισμός – πάλι το εν λόγω σκάφος των αλλοδαπών».
Συμπληρώνοντας ότι «αν το ελληνικό πλοίο είχε “καβαλήσει” το φουσκωτό, θα είχε μεγαλύτερη ζημιά στα ύφαλά του».
Ο δικηγόρος Χίου Αλέξανδρος Γεωργούλης που παρακολουθεί τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης σημείωσε στα «ΝΕΑ» ότι «η δικογραφία περιλαμβάνει αντιφατικές μαρτυρικές καταθέσεις και στοιχεία που δεν επιτρέπουν πρόωρες βεβαιότητες. Αυτά θα αξιολογηθούν από τη Δικαιοσύνη, με βάση αποδείξεις και όχι εντυπώσεις. Η δημόσια συζήτηση οφείλει να μην υποκαθιστά την ποινική διαδικασία. Σε ένα κράτος δικαίου, η ευθύνη δεν αποδίδεται με πολιτικές τοποθετήσεις, αλλά με αποδεικτικά δεδομένα και δικαστική κρίση. Η πλήρης και αμερόληπτη διερεύνηση όλων των συνθηκών του ναυαγίου είναι αναγκαία – τόσο για την απόδοση ευθυνών, όσο και για τον σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων».
