Οι εξελίξεις στη Συρία και το Κουρδικό
Η προέλαση των συριακών ενόπλων δυνάμεων στις επαρχίες της Βόρειας και Βορειοανατολικής Συρίας οι οποίες βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των φιλοκουρδικών Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Syrian Democratic Forces – SDF) αποτελεί ορόσημο σε μια μακρά συζήτηση για το πολιτικό μέλλον των βόρειων και βορειοανατολικών επαρχιών της Συρίας. Tο ενδεχόμενο της ανεξαρτησίας της «Ροζάβα», όπως ονομάστηκε η de facto οντότητα στα βόρεια και βορειοανατολικά της Συρίας, απομακρύνεται, καθώς έχουν μεταβληθεί άρδην οι περιφερειακές στρατηγικές ισορροπίες.
Η ανάδειξη των Κούρδων της Συρίας σε προνομιακό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών συνδεόταν με τις συνθήκες διεξαγωγής του συριακού εμφυλίου πολέμου αλλά και το επίπεδο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η αλλαγή καθεστώτος στη Συρία αλλά και η επανεκλογή Τραμπ άνοιξαν τον δρόμο για την επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων στο τρίγωνο Δαμασκού, Αγκυρας και Ουάσιγκτον, με τους Κούρδους της Συρίας να μένουν στο περιθώριο και να υποχρεώνονται σε αναδίπλωση και συμβιβασμό. Ούτε και το Ισραήλ με το οποίο οι Κούρδοι της Συρίας καλλιέργησαν ειδική σχέση φάνηκε να ανησυχεί από τις εξελίξεις. Κερδισμένη από τις εξελίξεις η Αγκυρα, καθώς η ενίσχυση της κουρδικής αυτονομίας αλλά και η προοπτική κουρδικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας στη Βόρεια και Βορειοανατολική Συρία είχαν θεωρηθεί έμμεση απειλή για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας, δεδομένης της παρουσίας εκατομμυρίων πολιτών της Τουρκίας κουρδικής καταγωγής. Η φοβική προσέγγιση του Κουρδικού και των περιφερειακών του απολήξεων παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής εντός της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας αλλά και της κοινής γνώμης.
Από την άλλη, οι εξελίξεις αποδεικνύουν και την εμπέδωση της εξουσίας του νέου καθεστώτος στη Δαμασκό. Ηταν σαφές ότι η νέα συριακή κυβέρνηση δεν θα ήταν διατεθειμένη να νομιμοποιήσει το de facto καθεστώς εκτεταμένης αυτονομίας με το οποίο είχαν διοικηθεί εκτεταμένες περιοχές της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας ήδη από τα πρώτα έτη του εμφυλίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πολλές από τις περιοχές υπό τον έλεγχο των SDF το κουρδικό στοιχείο ήταν αμελητέο, οπότε οι κουρδικές στρατιωτικές δυνάμεις συνεργάζονταν με τους κατά τόπους αραβόφωνους προκρίτους. Σε αυτές ανήκαν και πόλεις όπως η Ράκα και το Ντέιρ ελ Ζορ, αλλά και σημαντικοί πλουτοπαραγωγικοί πόροι όπως οι πετρελαιοπηγές στα περίχωρα του δευτέρου. Από την άλλη, δόθηκαν υποσχέσεις για τον σεβασμό των μειονοτικών δικαιωμάτων των Κούρδων εντός της νέας Συρίας. Η πρόσφατη έκδοση προεδρικού διατάγματος με το οποίο η κουρδική γλώσσα αναγνωρίστηκε ως «εθνική γλώσσα» της Συρίας και αίρονταν διακρίσεις εις βάρος των σύρων πολιτών κουρδικής καταγωγής αποσκοπούσε στην οικοδόμηση κλίματος εμπιστοσύνης, στο οποίο αποσκοπούν και οι διαδοχικές συναντήσεις και συμφωνίες μεταξύ του προσωρινού προέδρου της Συρίας Αχμέτ αλ Σάραα και του ηγέτη των SDF Μαζλούμ Αμπντι.
Το τέλος της κουρδικής αυτονομίας όπως είχε de facto καθιερωθεί εδώ και περίπου μία δεκαετία και η εγκατάσταση δυνάμεων ασφαλείας ελεγχομένων από τη Δαμασκό στις βόρειες και βορειοανατολικές επαρχίες της χώρας προφανώς μπορούν να επιδράσουν και στο εσωτερικό της Τουρκίας. Πιθανή έξαρση της αντικουρδικής και ισλαμιστικής βίας στη Συρία θα υπονομεύσει έτι περαιτέρω την αξιοπιστία της ήδη αμφιλεγόμενης διαδικασίας επίλυσης του Κουρδικού.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.
