Σύνταγμα λιτότητας
Εδώ και αρκετά χρόνια οι ισοσκελισμένοι ή με πολύ μικρά ελλείμματα προϋπολογισμοί παρουσιάστηκαν ως η επιτομή της ορθής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τα ελλείμματα θεωρήθηκαν το βασικό πολιτικό αμάρτημα μιας κυβέρνησης ως προς τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Η ανάγκη να υπάρχουν προκαταβολικά «φρένα» ως προς την κλίμακα του ελλείμματος που μπορεί να γίνει αποδεκτό, αλλά και ως προς τον συνολικό όγκο του δημοσίου χρέους, αναδείχτηκε σε πρώτη προτεραιότητα για τη χάραξη πολιτικής.
Αποκορύφωμα αυτής της τάσης στον ευρωπαϊκό χώρο ο τρόπος που ήδη από τη δεκαετία του 1990 ορίστηκαν όρια για τα ελλείμματα και το χρέος ως προϋποθέσεις για τη ένταξη στον μηχανισμό του ενιαίου νομίσματος και η συνακόλουθη σταδιακή διαμόρφωση ενός ασφυκτικού πλαισίου δημοσιονομικών κανόνων συμπεριλαμβανομένων και συγκεκριμένων αυστηρών ποινών στις περιπτώσεις που υπάρχει υπέρβασή τους. Η λογική ήταν – και παραμένει – ότι υπερβολικά ελλείμματα σημαίνουν υπερβολικό χρέος και αυτό με τη σειρά του απειλεί όχι μόνο τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος (άνισα χρέη θα οδηγούσαν σε άνιση πίεση για δανεισμό και άρα σε υψηλότερα επιτόκια) αλλά και τη συνολικότερη οικονομική συνθήκη καθώς θα οδηγούσε στον κίνδυνο υπερχρέωσης, υπερπληθωρισμού και τελικά οικονομικής κρίσης. Συχνά όλα αυτά συνδέονταν με στοιχεία ιδεολογικά και πολιτιστικά γύρω από την έννοια της «χρηστής διαχείρισης» και αντίστοιχα του «ηθικού κινδύνου» από αυξημένα ελλείμματα και χρέος.
Βεβαίως, οι οικονομολόγοι έχουν αναγνωρίσει εδώ και χρόνια ότι τα πράγματα σε σχέση με τα ελλείμματα και το χρέος είναι πιο σύνθετα. Η αύξηση της δημόσιας δαπάνης άρα και ενδεχομένως των ελλειμμάτων μπορεί να αποτελεί επένδυση στην αυριανή ανάπτυξη και να οδηγεί σε ένα νέο καλύτερο σημείο ισορροπίας, ενώ δεν υπάρχει ένα «φυσικό» όριο ως προς χρέος εάν κρίνουμε από τα παραδείγματα χωρών του G7 (π.χ. Ιαπωνία) με πολύ υψηλό χρέος, ενώ οι ΗΠΑ χρόνια τώρα «τρέχουν» υψηλά ελλείμματα. Για να μην αναφερθούμε στο πώς όλα αυτά ξεχάστηκαν στην πανδημία. Επιπλέον, η ύπαρξη ελλειμμάτων και χρέους έχει να κάνει με το πώς σταδιακά υποχώρησε η λογική της αναδιανεμητικής φορολογίας (οι «φοροαπαλλαγές» έγιναν εργαλείο πολιτικής), στοιχείο που οδήγησε αναγκαστικά σε μεγαλύτερη καταφυγή στον δανεισμό. Και βέβαια η λογική της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» δεν αφορά κάποια ουδέτερη «χρηστή διαχείριση», αλλά πρωτίστως σημαίνει περιορισμό των κοινωνικών δαπανών, περικοπές προγραμμάτων, ιδιωτικοποιήσεις, μισθολογική λιτότητα και εκχώρηση έργου του Δημοσίου σε ιδιώτες για να «περιοριστεί» το κράτος και να συγκρατηθούν επομένως τα ελλείμματα.
Ολα αυτά εξηγούν γιατί οι ισοσκελισμένοι ή με ελάχιστα ελλείμματα προϋπολογισμοί κατέχουν εξέχουσα θέση στη νεοφιλελεύθερη «εργαλειοθήκη» και την προσπάθεια να αναιρεθούν κατακτήσεις των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι η πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για συμπερίληψη κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας στο Σύνταγμα ισοδυναμεί με μια απόπειρα «συνταγματοποίησης» της λιτότητας και ουσιαστικά μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής που έχει δείξει και τη στρατηγική αποτυχία της και τα καταστροφικά κοινωνικά αποτελέσματά της.
