H επιτυχία της Μελόνι έχει φτάσει στο απόγειό της;
Πριν από λίγες ημέρες, οι κήποι του Καστέλ Σάντ’ Αντζελο στη Ρώμη γέμισαν με οικογένειες, που απολάμβαναν έναν ασυνήθιστα ζεστό ήλιο δίπλα σε ένα προσωρινό παγοδρόμιο. Ζευγάρια εφήβων έκαναν πατινάζ πιασμένα χέρι χέρι, ενώ οι θεατές έπιναν ζεστό κρασί και σοκολάτα με υπόκρουση τραγούδια του Νατ Κινγκ Κόουλ. Εκ πρώτης όψεως, έμοιαζε με μια συνηθισμένη χριστουγεννιάτικη αγορά. Τα περίπτερα αποκάλυπταν ωστόσο μια διαφορετική πραγματικότητα. Ανάμεσα σε φάτνες και κιτς στολίδια υπήρχαν διαφημίσεις για εθνικιστικές εφημερίδες και κάτι που ονομάζεται «πατριωτικό ραδιόφωνο», καθώς και μια τοιχογραφία που απεικόνιζε ένα απίθανο σύνολο προσώπων, από τον φασίστα ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο έως τον εκλιπόντα αμερικανό MAGA influencer .
Αυτό ήταν το σκηνικό που αντίκρισα στο φετινό Atreju, το μεγαλύτερο ακροδεξιό φεστιβάλ της Ιταλίας, που διοργανώνεται από το 1998 ως ετήσια γιορτή πατριωτισμού και εθνικισμού. Δεν είναι κομματικό συνέδριο. Είναι μια κοινοτική γιορτή, ένα παλιομοδίτικο υπαίθριο πανηγύρι, που έχει να κάνει τόσο με τη δημιουργία μύθων όσο και με την πολιτική. Οι λάτρεις της φαντασίας μπορεί να το καταλάβουν από το όνομά του: παραδόξως, ο Atreju (Ατρέγιου) είναι ο κεντρικός ήρωας της «Ατελείωτης ιστορίας». Το βιβλίο, που εκδόθηκε πρώτη φορά στα γερμανικά το 1979, ήταν το αγαπημένο της Τζόρτζια Μελόνι και του κύκλου της, όταν συμμετείχαν σε νεοφασιστικά «στρατόπεδα χόμπιτ» τη δεκαετία του 1990, όπου η λογοτεχνία φαντασίας χρησιμοποιούνταν για να αμβλύνει τις αιχμές της ακροδεξιάς προπαγάνδας. Η ίδια η Μελόνι είχε άμεσο ρόλο στη διοργάνωση του πρώτου Atreju και αναφέρεται στοργικά στην αυτοβιογραφία της στην αγάπη της για τη φαντασία ως είδος: έναν κόσμο όπου ηρωικοί ιδεαλιστές αρχίζουν μια εκστρατεία ενάντια στο κακό. Από τη μια υπάρχει η «καλή Ιταλία», αποτελούμενη από πατριώτες που εκφράζουν εθνικιστική υπερηφάνεια. Από την άλλη, μια «κακή» Ιταλία των αριστερών χούλιγκαν, των συμμοριών και των μη ευρωπαίων μεταναστών.
Φέτος, το σύνθημα στο Atreju ήταν «Γίνατε δυνατοί… η Ιταλία με το κεφάλι ψηλά», ένα παράδοξο κράμα παλαιάς κοπής ακροδεξιάς έπαρσης και ενός σύγχρονου γυμναστηριακού σλόγκαν. Στο σημερινό πλαίσιο, εξέφραζε κυρίως μια διάθεση κομπασμού. Παρά το θράσος, πάντως, ορισμένοι στο στρατόπεδο της Μελόνι ανησυχούν. Η πρωθυπουργός είχε κακή επίδοση στις φετινές περιφερειακές εκλογές και, παρότι το δημοσκοπικό προβάδισμα των Αδελφών της Ιταλίας παραμένει σταθερό, υπάρχουν τα πρώτα σημάδια ότι η υποστήριξη μπορεί να έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της.
Για τους διοργανωτές του Atreju, η απάντηση ήταν να διατηρηθεί η προσοχή στραμμένη στην αυξανόμενη σημασία της Ιταλίας στη διεθνή σκηνή. Αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά, το διεθνές ιστορικό της Μελόνι δεν είναι τόσο ισχυρό όσο φαίνεται. Εντός της ΕΕ επιδίδεται σε έναν λεπτό, συχνά αντιφατικό χορό με το κατεστημένο των Βρυξελλών που κάποτε χλεύαζε. Η σθεναρή δέσμευσή της στον εξοπλισμό του Κιέβου υπονομεύεται συνεχώς από τον ίδιο τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ματέο Σαλβίνι. Ακόμη και η υποτιθέμενη ιδιότητά της ως «γητεύτρας του Τραμπ» φαντάζει ανούσια. Ο φόβος για τους δασμούς είναι διάχυτος στους εκπροσώπους της ιταλικής γαστρονομίας και μόδας και ένας εμπορικός πόλεμος τύπου «Πρώτα η Αμερική» μπορεί τελικά να καταστρέψει το ίδιο το «Made in Italy» που προασπίζεται η Μελόνι.
Στο εσωτερικό της χώρας, εν τω μεταξύ, τα ρήγματα βαθαίνουν. Στις 12 Δεκεμβρίου, εν μέσω του Atreju, χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε γενική απεργία κατά ενός προϋπολογισμού που, όπως λένε, χαρακτηρίζεται από κρυφές περικοπές και χρόνια έλλειψη επενδύσεων στις δημόσιες υπηρεσίες. Περίπου 5,7 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα σε απόλυτη φτώχεια στην Ιταλία, σχεδόν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Ενώ η κυβέρνηση σπεύδει να προβάλει την αύξηση της απασχόλησης, η πραγματικότητα είναι ένα τοπίο επισφαλών, κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας και μια πεισματική άρνηση θέσπισης εθνικού κατώτατου μισθού. Η αγοραστική δύναμη δεν έχει ανακάμψει στα προ πανδημίας επίπεδα και ο πληθωρισμός συνθλίβει την κατανάλωση. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που, το 2024, 191.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα, ο υψηλότερος αριθμός των τελευταίων 25 ετών.
Ο Τζέιμι Μακέι είναι συγγραφέας και μεταφραστής με έδρα τη Φλωρεντία
