Ισραήλ: Τα αραβικά κόμματα στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων για την επόμενη κυβέρνηση
Καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης ενδέχεται να διαδραματίσουν τα αραβικά κόμματα, καθώς οι προβολές των αποτελεσμάτων τούς αποδίδουν συνολικά 18 έδρες στην Κνεσέτ, αριθμό που θα αποτελούσε ιστορικό ρεκόρ για την αραβική εκπροσώπηση.
Η εκλογική τους ενίσχυση αποδίδεται στην αυξημένη συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ και στην επιθυμία σημαντικού μέρους τους να ανατρέψει τον δεξιό κυβερνητικό συνασπισμό του Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον οποίο συμμετέχουν στελέχη της ακροδεξιάς, όπως ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και ο Μπεζαλέλ Σμότριτς.
Παρά την εκλογική τους άνοδο, η αξιοποίηση των εδρών τους παραμένει αβέβαιη.
Το μπλοκ του Νετανιάχου προβλέπεται να συγκεντρώσει 50 έδρες, ενώ ο ίδιος έχει αποκλείσει ρητά το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης με τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων.
Για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας απαιτούνται 61 έδρες.
Από την άλλη πλευρά, το αντιπολιτευτικό μπλοκ υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ προβλέπεται να εξασφαλίσει 52 έδρες.
Ο ίδιος έχει εκφράσει επιφυλάξεις για πολιτική συνεργασία με τα αραβικά κόμματα, θέτοντας ως προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους και την αποδοχή της θέσης ότι η Χαμάς είναι τρομοκρατική οργάνωση που πρέπει να διαλυθεί.
Ωστόσο, η κοινωνική πίεση για συνεργασία φαίνεται να αυξάνεται.
Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου aChord του Εβραϊκού Πανεπιστημίου, το 61% των ψηφοφόρων του αντιπολιτευτικού μπλοκ επιθυμεί κυβέρνηση του Άιζενκοτ με τη συμμετοχή της Ra’am.
Μόλις το 20% προτιμά νέες εκλογές, ενώ το 12% τάσσεται υπέρ κυβέρνησης εναλλασσόμενης πρωθυπουργίας με τον Νετανιάχου και το 7% υπέρ κυβέρνησης με τη συμμετοχή υπερορθόδοξων κομμάτων.
Η αριθμητική της Κνεσέτ φέρνει, επομένως, τον Άιζενκοτ αντιμέτωπο με ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να επανεξετάσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις και να αναζητήσει στήριξη από την Ra’am είτε να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο παρατεταμένου πολιτικού αδιεξόδου.
Τα αραβικά κόμματα αποκτούν έτσι αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ, χωρίς να είναι ακόμη σαφές εάν θα συμμετάσχουν στην κυβέρνηση ή θα στηρίξουν μια συμφωνία από την αντιπολίτευση.
