Σταθερότητα – αλλά πώς;
Τα καλά νέα πρώτα. Η Ελλάδα – και με τη σφραγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης – έχει αφήσει πίσω της μεγάλο μέρος των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Η οικονομία ανέκαμψε, το βάρος του χρέους ελάφρυνε, η ανεργία έχει πέσει σε ιστορικό χαμηλό και οι βασικοί δημοκρατικοί θεσμοί επιβίωσαν της δοκιμασίας.
Και τώρα τα κακά νέα. Η Εκθεση για την Ελλάδα, που ψηφίστηκε προχθές από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η πρώτη από το 2018, είναι διατυπωμένη βέβαια σε γλώσσα διπλωματική. Οι επισημάνσεις της, όμως, για «σημαντικές προκλήσεις ως προς τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών» έχουν δόντια και δαγκώνουν. Η διαφθορά «σε υψηλό επίπεδο», η κυβερνητική ανάμειξη σε ευαίσθητες δικαστικές υποθέσεις, η νομοθεσία που εμποδίζει τη δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων, η αστυνομική βία και η χρήση του Predator εναντίον πολιτικών και δημοσιογράφων είναι τα θέματα που η έκθεση προβάλλει. Επισημαίνει, προπάντων, μια αίσθηση ατιμωρησίας, που γεννούν η ατελής λογοδοσία και η ανεπαρκής αντιμετώπιση της διαφθοράς. Παράδειγμα τα Τέμπη, παράδειγμα η απάτη με τις ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις, παράδειγμα οι παρακολουθήσεις με κατασκοπευτικά λογισμικά. Σε αυτές, ειδικά, η Εκθεση στέκεται περισσότερο. Ζητάει αυτό που διαπιστώνει ότι λείπει: αποτελεσματική, ανεξάρτητη έρευνα και τιμωρία, διοικητική και ποινική, για τις παραβιάσεις.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε να επικαλεστεί, για να αποκρούσει τις κατηγορίες, την υπόθεση Τριαντόπουλου. Ποια ατιμωρησία; Ιδού, ένας πρώην υφυπουργός παραπέμπεται σε Ειδικό Δικαστήριο και η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτε για να το εμποδίσει. Αλλά δεν είναι εύκολο να υιοθετήσει μια τέτοια υπερασπιστική γραμμή. Γιατί κάποιος θα βρεθεί να κάνει την ενοχλητική ερώτηση: Γιατί η λογοδοσία προχώρησε για μια όψη της τραγωδίας των Τεμπών (τη μετά το δυστύχημα διαμόρφωση του χώρου) κι όχι για τον σκληρό πυρήνα της τραγωδίας, την υπαίτια (και φονική, όπως αποδείχθηκε) καθυστέρηση του εκσυγχρονισμού, με ευρωπαϊκούς μάλιστα πόρους, των σιδηροδρόμων; Και γιατί αυτή την περίφημη «μέθοδο Τριαντόπουλου» – την παραίτηση από τα προνόμια του νόμου περί ευθύνης υπουργών – δεν τη χρησιμοποιήσατε και στις άλλες υποθέσεις; Γιατί οργανώθηκαν τόσο άκομψες και αντικοινοβουλευτικές παρεμβάσεις για να προστατευθούν «βαρύτερα» του άτυχου υφυπουργού πολιτικά ονόματα από τον έλεγχο για την κατασπατάληση ευρωπαϊκών πόρων στη συστημική και συστηματική κομπίνα του ΟΠΕΚΕΠΕ;
Μια έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης, βέβαια, δύσκολα τραβά την προσοχή, γίνεται πρωτοσέλιδο και κάνει θόρυβο (συνέβη μόνο κάποτε, το 1969, όταν το Συμβούλιο είχε ψηφίσει την αποπομπή της Ελλάδας των συνταγματαρχών). Αλλά θα ήταν λάθος να περάσουν απαρατήρητες οι επισημάνσεις του. Οχι για τις εντυπώσεις που δημιουργούν. Αλλά για την ουσία τους.
Ποιο είναι το πρόβλημα; Οτι τα καλά νέα, που η Εκθεση επισημαίνει, εύκολα μπορεί να αναιρεθούν, να σβήσουν από τα άλλα, τα κακά νέα. Γιατί είναι πια κοινός τόπος διεθνώς – τουλάχιστον από το 2012 που ο Ατσέμογλου και ο Ρόμπινσον έγραψαν το πολυσυζητημένο «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη;» – ότι για τη μακροπρόθεσμη ευημερία μιας χώρας η ποιότητα και η υγεία των θεσμών της είναι σημαντικότερες από τους οικονομικούς και δημοσιονομικούς της δείκτες. Οπως είναι (ή θα έπρεπε να είναι) κοινός τόπος στη δική μας δημόσια συζήτηση πως η πραγματική αιτία της μεγάλης κρίσης, που για μία δεκαετία μάς βασάνισε, δεν ήταν τόσο τα οικονομικά ελλείμματα και οι δομικές αδυναμίες της οικονομίας, όσο τα θεσμικά ελλείμματα και οι εμπεδωμένες αδυναμίες του πολιτικού συστήματος. Οι οποίες συντηρούνται, εν πολλοίς, αδιόρθωτες. Και δεν παράγουν μόνο νέους οικονομικούς κινδύνους – τώρα που η διεθνής συγκυρία συννεφιάζει πάλι. Παράγουν, προπάντων, πολιτικούς κινδύνους. Γιατί είναι, επίσης, κοινός τόπος ότι το μεγάλο κύμα που σπρώχνει τη ριζοσπαστική και (ηπίως ή αγρίως) αντιδημοκρατική Δεξιά στην Ευρώπη και την Αμερική το θρέφουν ακριβώς αμαρτίες σαν αυτές που περιγράφει το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Οι άνθρωποι, λέει ο Γκόρντον Μπράουν, ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας, στο πρόσφατο βιβλίο του «Το μέλλον αρχίζει με εμάς», δεν ψηφίζουν Τραμπ ή Λε Πεν, AfD ή Φάρατζ επειδή είναι θυμωμένοι και θέλουν να δουν τους λαϊκιστές να τιμωρούν και να γκρεμίζουν την παλιά τάξη πραγμάτων – κι ας γίνουν όλα συντρίμμια. Οι άνθρωποι, υποστηρίζει με τη βοήθεια μιας μεγάλης, ειδικής έρευνας που ο ίδιος είχε παραγγείλει, αυτό που στ’ αλήθεια θέλουν είναι το ακριβώς αντίθετο. Οικονομική ασφάλεια, ζωή σε μια λειτουργική κοινότητα, αποκατάσταση ενός αισθήματος «ανήκειν» και εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη ότι οι θεσμοί που κυβερνούν τη ζωή τους τούς περιλαμβάνουν, νοιάζονται, ότι οι υπεύθυνοι λογοδοτούν. Ψηφίζοντας τους λαϊκιστές επιδεινώνουν, βέβαια, το πρόβλημα που ονειρεύονται να διορθώσουν. Αλλά δεν φταίνε εκείνοι. Φταίει ένα δυσλειτουργικό, χωρίς ενσυναίσθηση, αποκομμένο από τις ανθρώπινες κοινότητες πολιτικό σύστημα.
Απέναντι στην «αντισυστημική», τάχα, ακροδεξιά καταιγίδα που απειλεί να σαρώσει την Ευρώπη, η άμυνα δεν είναι η καταγγελία των λαϊκιστών ως τέτοιων, ούτε βέβαια η προσχώρηση στις ιδέες και τα συνθήματά τους (όπως στο μεταναστευτικό). Είναι, προφανώς, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που τους θρέφουν. Της οικονομικής ανασφάλειας, των ακραίων ανισοτήτων, του αβίωτου κόστους ζωής. Αλλά, ακόμη κι αν με έναν μαγικό τρόπο κάποιος έβρισκε τις συνταγές και τις λύσεις, το πολιτικό τοπίο δεν θα άλλαζε αμέσως. Υπάρχει πάντα μια υστέρηση. Αν κλείσει ένα εργοστάσιο, από το οποίο ζούσε μια περιοχή, χάνονται μαζί του δεσμοί, θεσμοί, ανθρώπινες κοινότητες. Ακόμη κι αν στη θέση του ανοίξει αργότερα ένα, παραδείγματος χάριν, κέντρο logistics και νέες θέσεις εργασίας δημιουργηθούν, μπορεί να πάρει δεκαετίες να δημιουργηθούν ξανά οι θεσμοί και οι δεσμοί. Το ίδιο, κι ακόμη περισσότερο, ισχύει στο εθνικό, πολιτικό επίπεδο. Ως τότε τι κάνουμε;
Ας δοκιμάσουμε να αρχίσουμε από την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη που χάνεται, χρειάζεται κι αυτή χρόνο να αποκατασταθεί. Μα χρειάζεται προπάντων γενναίες, πειστικές, περίβλεπτες κινήσεις. Αλλαγές. Με αυτή την έννοια, αν προσγειώσουμε μια διεθνή συζήτηση στα προεκλογικά καθ’ ημάς, η περιλάλητη «σταθερότητα» που μοιάζει να γίνεται το κεντρικό θέμα των εκλογών, για να εξασφαλιστεί, απαιτεί αλλαγές. Περισσότερη ασυνέχεια παρά συνέχεια.
