Inger Christensen: Η ποίηση ως πρώτη ύλη του κόσμου
Η Inger Christensen ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία δημιουργών. Μεγαλωμένη στην παραθαλάσσια πόλη Βέιλε της Δανίας, κόρη ενός ράφτη και μιας μαγείρισσας, σπούδασε παιδαγωγικά και εργάστηκε ως δασκάλα, ενώ παράλληλα διατηρούσε μια βαθιά συνάφεια με τη μουσική. Αυτό το υπόβαθρο αποδείχθηκε καθοριστικό: η εξοικείωσή της με τους κανόνες της αρμονίας, αλλά και η ανάγκη της να κατανοήσει τη δομή του σύμπαντος, την οδήγησαν σε μια ποιητική που συνδυάζει την αυστηρή μαθηματική γεωμετρία με την πιο ωμή, σωματική ευαισθησία.
Το 1969, η Christensen κυκλοφορεί το «Αυτό» (Det), μια ποιητική συλλογή που επιχειρεί να ξαναφτιάξει τη γλώσσα από την αρχή. Τιμημένο με το Βραβείο Κριτικών της Δανίας και τη «Χρυσή Δάφνη», το «Αυτό» καθιέρωσε αμέσως την ποιήτρια ως κεντρική μορφή του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, ενώ το όνομά της αναφερόταν συχνά ως μία από τις πιο ισχυρές υποψηφιότητες για το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Η ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν σε μετάφραση του Σωτήρη Σουλιώτη μας φέρνει αντιμέτωπους με μια γλώσσα που καλείται να επανακτήσει τον εσωτερικό ρυθμό, την υπνωτική επανάληψη και τις εσωτερικές συγγένειες του πρωτοτύπου. «Πρόκειται για κείμενο, που με τις πολλές του επαναλήψεις και τον υπέροχο γλωσσικό του ρυθμό, επιδρά σαν ναρκωτικό, αν το διαβάσει κανείς μονομιάς», σημειώνει ο μεταφραστής στο εξαίρετο Επίμετρο.
Η εναρκτήρια λέξη συμπυκνώνει ολόκληρη την ποιητική του βιβλίου: «Αυτό». Ένα δεικτικό χωρίς εκ των προτέρων καθορισμένο αντικείμενο. Δεν ορίζει τι είναι ο κόσμος · δείχνει προς αυτόν. Το δανικό «det» περιέχει τη φύση, τη σωματικότητα, την κοινωνία, την επιθυμία, τον θάνατο, τη μοναξιά, την ίδια τη γλώσσα.
Το «Αυτό» διαρθρώνεται σε τρεις μεγάλες ενότητες, Πρόλογος, Λόγος και Επίλογος. Ο Πρόλογος λειτουργεί ως μια ιδιότυπη, εκκολαπτόμενη Γένεση: το αόριστο «αυτό» αρχίζει να κινείται, να διαφοροποιείται, να πολλαπλασιάζεται. Η ίδια η τυπογραφική διαμόρφωση συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη γένεση. Ακολουθώντας μια παράδοση τυπογραφικής ακρίβειας που θυμίζει τον Έζρα Παόυντ, η σελίδα στο πρωτότυπο διατηρεί τη σταθερή αναλογία μιας γραφομηχανής: τα λευκά κενά δεν είναι απλώς παύσεις, αλλά αποκτούν ισότιμη νοηματική αξία με τις λέξεις.
Η ποιήτρια σημείωνε ότι κατέφευγε σε μοντέλα για να μην παραδοθεί στην τυχαιότητα του ενστίκτου, ενώ δήλωνε γοητευμένη από την ίδια την ύπαρξη των μαθηματικών. Για εκείνη, ο κανόνας δεν αποτελούσε το αντίθετο της ελευθερίας, αλλά τον αυστηρό μηχανισμό που την παράγει.
Μέσα στις σελίδες του «Αυτό» εισβάλλει η οργανική ύλη: σώματα, σεξουαλικότητα, πείνα, φόβος, θάνατος, ψυχική ευθραυστότητα. Οι ήρωες διασταυρώνονται στον δρόμο ή στα μπαρ, συζητούν για τις κυρίαρχες τάξεις και για τον τρόπο με τον οποίο οι καταπιεσμένοι οικειοποιούνται τα πρότυπα των καταπιεστών τους. Το κοινωνικό στοιχείο δεν λειτουργεί ως εξωτερικό σχόλιο, αλλά ως πρωτογενές υλικό της κατασκευής.
Στο στίχο «καλύπτουν τον τυχαίο θάνατο με την τυχαία ζωή» συμπυκνώνεται η οπτική της: η ζωή δεν προβάλλεται ως απάντηση στον θάνατο, αλλά ως μια παράλληλη εκδοχή τυχαιότητας. Στην συμπτωματική αυτή ζωή, η ποιήτρια δίνει την απάντηση για κάθε φορά που απομακρύνουμε εκούσια ή ακούσια το βλέμμα μας από την αδικία.
Δεν υπάρχει κανείς που να μην μπορούμε να κάνουμε κάτι γι ‘ αυτόν/ παρ’ όλο που είναι αδύνατον
Ο υπαρξιακός φόβος ως συνεκτικός δεσμός
Ο φόβος στη γραφή της Christensen απογυμνώνεται και εξετάζεται σε όλες τις πτυχές του: φόβος της μοναξιάς, φόβος της βαθιάς ερωτικής σύνδεσης, φόβος για τον θάνατο. Η ποιήτρια δεν επιχειρεί να τον αναλύσει ψυχολογικά ούτε να τον εξορκίσει. Τον καταγράφει ως θεμελιώδη υπαρξιακή συνθήκη. Συντελείται έτσι η κρίσιμη ποιητική μετατόπιση: ο φόβος, από παράγοντας απομόνωσης, μετατρέπεται στον μοναδικό κοινό τόπο των ανθρώπων. Η παρηγοριά δεν πηγάζει από την άρση του τρόμου, αλλά από την επίγνωση ότι ο άλλος φοβάται εξίσου με εμάς.
Αυτό αγγίζει τον πυρήνα της Christensen: την αναζήτηση μιας συλλογικής συνείδησης που δεν ακυρώνει τη μοναδικότητα του ατόμου. Η αγωνία δεν είναι ατομικό σύμπτωμα, αλλά η ουσία της σχέσης. Πώς μπορεί η γλώσσα να λειτουργήσει ως γέφυρα, τη στιγμή που αποτελεί το ίδιο το τείχος που μας χωρίζει;
«Η αγάπη υπάρχει, η αγάπη υπάρχει/τόσο ξεχασιάρικα το χέρι σου χωμένο σα μωρό στο δικό μου / και τον θάνατο ούτε που τον θυμάσαι .
Από το «Αυτό» στο «Αλφάβητο»: Μεταμορφώσεις μιας ποιητικής γραφής
Αυτός ο συνδυασμός αυστηρής δομής και υπαρξιακής αγωνίας δεν σταμάτησε το 1969. Αντιθέτως, εξελίχθηκε στη ραχοκοκαλιά ολόκληρου του έργου της, τοποθετώντας την Christensen δίπλα σε δημιουργούς όπως ο Primo Levi στο Περιοδικό «Σύστημα» ή οι συγγραφείς της γαλλικής ομάδας «Oulipo» – με κορυφαίο τον Georges Perec – οι οποίοι αναζήτησαν τη δημιουργική ελευθερία μέσα από αυστηρούς γλωσσικούς περιορισμούς.
Το δεύτερο μεγάλο αριστούργημά της, το «Αλφάβητο» (Alfabet, 1981), επίσης στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη, αποτελεί την κορύφωση αυτής της μεθόδου, χωρίς να αποτελεί ένα στεγνό γλωσσικό παιχνίδι.
Γραμμένο στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, υπό την απειλή του πυρηνικού ολέθρου και της οικολογικής καταστροφής, το «Αλβάφητο» είναι ένα μεγαλειώδες αντιπολεμικό ποίημα. Ύμνος για την ομορφιά του κόσμου και την τρυφερότητα και, ταυτόχρονα, μία πένθιμη ελεγεία για την πιθανή εξαφάνισή του. Η δομή του ποιήματος αντικατοπτρίζει την ίδια την αλόγιστη εξάπλωση της ανθρώπινης τεχνολογίας.
H ατομική βόμβα υπάρχει / η Χιροσίμα / το Ναγκασάκι /η Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945 / 140.000 νεκροί και τραυματίες στη Χιροσίμα / νούμερα που σωπαίνουν / κάπου σ’ ένα μακρινό συνηθισμένο καλοκαίρι
Για την Christensen, η φόρμα δεν υπήρξε εμπόδιο· ήταν ο τρόπος της γραφής της για να συναντήσει το απρόβλεπτο. Το έργο της παραμένει απαιτητικό, αλλά ποτέ κλειστό. Δεν αξιώνει από τον αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει το σύμβολο για να βιώσει την ποίηση.
Η ποιήτρια οργάνωσε τη γλώσσα μόνο και μόνο για να παρατηρήσει πόσο γρήγορα η ίδια η γλώσσα θα διεκδικούσε ξανά την αταξία της. Και εκεί έγκειται η σπουδαιότητά της: στο ότι απέδειξε πως η πιο αυστηρή αρχιτεκτονική μπορεί να γεννήσει την πιο ελεύθερη, ανοιχτή ποίηση.
