Το «κλικ»
«Κοίτα την καλοκαιρινή μου στοίβα»: το μήνυμα έφυγε μια μέρα πριν σαλπάρει το καράβι για κάποιο νησί του Αιγαίου – και η φωτογραφία από τα αποτελέσματα της εξόρμησης στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας έδειχνε τουλάχιστον πέντε βιβλία, το ένα πάνω στο άλλο με σοσιαλμιντιακή αισθητική, με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα ανασυρθεί και θα αναρτηθεί στο Instagram. Μερικά ήταν «εύκολη» λογοτεχνία, από εκείνα τα μυθιστορήματα που προτείνει το BookTok για την παραλία, απευθυνόμενα κυρίως σε γυναίκες, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτές διαβάζουν (και αγοράζουν) τα περισσότερα: κορίτσι αγάπησε αγόρι, αλλά δεν μπορούν να είναι μαζί για κάποιον κοινωνικό/ταξικό/πολιτικό λόγο, σε αυτό το σύμπαν ή σε ένα σύμπαν με δράκους, με ή χωρίς χαρούμενο τέλος.
Κάποια άλλα ήταν δοκίμια που η παρέα ήλπιζε να προλάβει να ανταλλάξει πριν αποχαιρετιστούν στο λιμάνι μια εβδομάδα μετά, με το «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες» και την «Ερημη χώρα» σε περίοπτη θέση. Επαιζαν και τα φετινά SOS: το «Βούτυρο», η «Οντισιόν», ο νέος ΜακΓιούαν, το αμετάφραστο «Yesteryear» και αστυνομικά με φόντο τη Γλασκώβη περασμένων δεκαετιών. «Μήπως το παρακάναμε πάλι;». «Αντε καλέ, τι θα κάνουμε όλη μέρα στην παραλία;».
Τα βιβλία μπήκαν στο σακίδιο – όχι στη βαλίτσα – για τις βραδινές ώρες του πλοίου. Η παρέα, όμως, υπολόγιζε χωρίς τον αστάθμητο παράγοντα των 8 μποφόρ. Ούτε μισή φράση δεν μπορείς να διαβάσεις, όταν κουνάει σαν διάολος και δίπλα σου ζητούν σακούλες για εμετό – ή τουλάχιστον, αυτό ήθελαν να λένε στον εαυτό τους όσοι δεν είχαν πρόβλημα με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα ή είχαν εφοδιαστεί νωρίς με δραμαμίνες. «Δεν πειράζει, έχουμε μέρες μπροστά μας».
Και κάπως έτσι, το ίδιο βιβλίο, το πιο ελαφρύ, φορτωνόταν κάθε πρωί στην τσάντα θαλάσσης και γυρνούσε σχεδόν άθικτο στο δωμάτιο. Μοναδική απόδειξη πως κάποιος είχε σκεφτεί να το ανοίξει ήταν οι στάμπες αντηλιακού στο εξώφυλλο. Κατά τα άλλα, η σοσιαλμιντιακής αισθητικής στοίβα με βιβλία είχε απλώς αλλάξει φόντο. Στις ατέλειωτες ώρες πλάι στο κύμα, δεν λιγόστευαν οι σελίδες, αλλά η μπαταρία των κινητών. Δεν είναι πως δεν ήθελαν: μεγάλωσαν την δεκαετία του ’90 σε σπίτια που το διάβασμα δεν ήταν αγγαρεία, αλλά ευχαρίστηση· δεν μπορούσαν. Τις πρώτες μέρες δεν ήταν δυνατόν καν να συγκεντρωθούν, δεν μπορούσαν να απομονώσουν τις σκέψεις τους. Κυρίως, όμως, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από το διαρκές κουδούνισμα των ειδοποιήσεων, που τους έβρισκαν όπου κι αν πήγαιναν, γιατί οι κεραίες φέρνουν πια διασύνδεση 5G ακόμα και στην πιο άγονη γραμμή. Δεν μπορούσαν να αποφασίσουν πως, για λίγο, δεν τη χρειάζονται.
Κι ύστερα άναψε φωτιά στην Πάρο. Το νησί της παρέας βρισκόταν αρκετά ναυτικά μίλια μακριά, ήταν εντελώς ασφαλές, όμως η παροχή του ρεύματος είναι κοινή και δεν υπολογίζει τουριστική σεζόν και άλλες τέτοιες λεπτομέρειες. Για επτά τρομερές ώρες, το κινητό έμεινε βουβό – ούτε σήμα υπήρχε ούτε σταθμός φόρτισης που να λειτουργεί. Τότε μόνο, μπροστά στην απόλυτη ησυχία που χαλούσε μόνο από τις ριπές ανέμου, τότε που δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνουν πια, τίποτα να πουν που δεν έχουν πει και δεν θα ξαναπούν στο ταβερνάκι, έπιασαν τα βιβλία τους. Αρκούσε μόνο ένα «κλικ». Να προχωρήσουν άφοβα, να μην αποσυντονιστούν πριν τελειώσουν το πρώτο κεφάλαιο.
Επιτέλους, είχαν αρχίσει οι διακοπές.
