Ντιέγκο Μαραντόνα: Η αποκατάσταση ενός επαναστάτη
«Μόνο ο Μαραντόνα εναντιώθηκε στη FIFA. Ημασταν δειλοί, όπως κι εγώ».
Η συζήτηση για την απαθή στάση των ποδοσφαιριστών απέναντι στη διελκυστίνδα της πολιτικής και ποδοσφαιρικής εξουσίας φούντωσε ξανά μετά την υπόθεση Μπαλογκάν στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο άλλοτε εμβληματικός ιταλός άσος Μάρκο Ταρντέλι, ο οποίος θεωρείται το πόστερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1982 για τον τρόπο που πανηγύρισε το γκολ του στον τελικό με τη Δ. Γερμανία, αποκαθιστά τον Ντιέγκο Μαραντόνα και ταυτόχρονα κάνει σκληρή αυτοκριτική για τον τρόπο που οι ποδοσφαιριστές, στο παρελθόν αλλά και τώρα, στέκονται απέναντι σε σοβαρά προβλήματα του ποδοσφαίρου.
Μιλώντας στην εκπομπή «Notti Mondiali» της RAI για τον ρόλο των θεσμών και των παικτών κατήγγειλε τη συλλογική ευθύνη για τη σιωπή των ποδοσφαιριστών ενώπιων των αποφάσεων της FIFA.
Σύμφωνα με τον Ταρντέλι, με την πάροδο των ετών, οι ποδοσφαιριστές έχουν σταδιακά εγκαταλείψει την προσπάθεια να ακουστεί η φωνή τους, αφήνοντας τις αποφάσεις στις ομοσπονδίες και στους διεθνείς φορείς χωρίς να αντιδρούν σε οτιδήποτε κι αν συμβαίνει.
Μια στάση που ουσιαστικά συνέβαλε ώστε να υπερφορτωθεί το ποδοσφαιρικό καλαντάρι και να αυξηθεί η οικονομική ισχύς στις αθλητικές ανάγκες.
Ο μόνος από τα μεγάλα ονόματα του ποδοσφαίρου που αμφισβήτησαν το αλάθητο των ηγετών και δεν δίστασε να επικρίνει τις εκάστοτε ηγεσίες της FIFA ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Ο θρύλος του ποδοσφαίρου κατήγγειλε επανειλημμένα τα στελέχη που κάθονται στην κορυφή της πυραμίδας του διεθνούς ποδοσφαίρου, μια επιλογή που την πλήρωσε με προσωπικό τίμημα.
Με καθυστέρηση πολλών χρόνων ο Μάρκο Ταρντέλι αναγνωρίζει σήμερα πως σε αντίθεση με τον Μαραντόνα οι περισσότεροι συνάδελφοί του δεν είχαν το θάρρος να δώσουν εκείνη τη μάχη: «Το σοβαρό, κατά τη γνώμη μου, σε όλα αυτά, είναι ότι οι παίκτες δεν μίλησαν.
Ολες οι ενώσεις παικτών, όχι μόνο η ιταλική αλλά και οι άλλες. Ο μόνος που έκανε κάτι εναντίον της FIFA ήταν ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Νομίζω ότι ήμασταν δειλοί που δεν το κάναμε μαζί του: θεωρώ τον εαυτό μου ανάμεσά τους επειδή δεν το πίστευα. Αλλά είχε απόλυτο δίκιο, δεν το κάναμε και πληρώνουμε το τίμημα».
Μια ομολογία που αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς το κύρος του πρώην μέσου της Εθνικής Ιταλίας και της Γιουβέντους.
Για τον Ταρντέλι, ο Μαραντόνα ήταν πρωτοπόρος από κάθε άποψη: ένας άνθρωπος που είχε το θάρρος να αμφισβητήσει ανοιχτά όσους βρίσκονταν στην εξουσία, όταν κανείς άλλος δεν ήταν πρόθυμος να το κάνει.
Χρόνια αργότερα, ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής παραδέχεται ότι αυτή η μάχη άξιζε ευρύτερη υποστήριξη και ότι η έλλειψη υποστήριξης από τους παίκτες αποτελούσε μια χαμένη ευκαιρία, τις συνέπειες της οποίας το ποδόσφαιρο συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα.
Η μάχη μεταξύ του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα και της FIFA ήταν ένας ιδεολογικός πόλεμος που διήρκεσε πάνω από τριάντα χρόνια.
Από τη μία πλευρά ήταν το Χρυσό Αγόρι, ένας αυτοαποκαλούμενος ηγέτης του συνδικάτου των ποδοσφαιριστών και υπερασπιστής του λαού, και από την άλλη, η ηγεσία της Ζυρίχης, την οποία περιέγραφε ως «δύναμη» που καθοδηγείται μόνο από το χρήμα.
Η σπίθα άναψε στο Μεξικό, το 1986, με αφορμή τα παιχνίδια που διεξάγονταν ντάλα μεσημέρι για να διευκολύνουν τα ευρωπαϊκά τηλεοπτικά δίκτυα. Πρόεδρος της FIFA τότε ήταν ο Βραζιλιάνος Ζοάο Χαβελάνζε, ο οποίος στα νιάτα του ήταν πρωταθλητής στην κολύμβηση και στη συνέχεια παίκτης του πόλο.
Στην αυτοβιογραφία του «Εγώ, ο Ντιέγκο», ο Μαραντόνα περιγράφει ένα στιγμιότυπο από τη συνάντησή τους: «Συγγνώμη, δον Ζοάο, πληροφορούμαι πως παίζατε πόλο. Και τότε πώς είσαστε πρόεδρος της FIFA;» τον ρώτησε.
Η σύγκρουση άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά όταν ο Μαραντόνα δήλωσε πως «οι ιδιοκτήτες του ποδοσφαίρου σκέφτονται μόνο τα χρήματα, όχι την υγεία των παικτών».
Το σημείο καμπής ήρθε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990. Ο Μαραντόνα θεωρούσε πως υπεύθυνος για την ήττα της Αργεντινής με πέναλτι φάντασμα στον τελικό ήταν ο Χαβελάνζε. Κατά την απονομή των μεταλλίων αρνήθηκε να σφίξει το χέρι του προέδρου της FIFA, ενώπιον όλου του πλανήτη.
Ακολούθησαν οι αποκαλύψεις του Μαραντόνα για τη σχέση του με τα ναρκωτικά και το αποκορύφωμα, το Μουντιάλ του 1994 όπου βρέθηκε ντοπέ με εφεδρίνη.
Ο Ντιέγκο κατηγορούσε πάντα τις ποδοσφαιρικές Αρχές ότι πρώτα τον εκμεταλλεύονταν και στη συνέχεια τον ενοχοποιούσαν επειδή ήταν άβολος.
Για να αντιμετωπίσει το μονοπώλιο της Ζυρίχης, το 1995 ίδρυσε μια παγκόσμια ένωση παικτών στο Παρίσι, την AIFP (Διεθνής Ενωση Επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών), μαζί με άλλους παίκτες όπως τον Ερίκ Καντονά, τον Ζορζ Γουεά και τον Τζανλούκα Βιάλι. Ο δηλωμένος στόχος είναι η άρση του πολιτικού μονοπωλίου της FIFA και η αποκατάσταση της φωνής και των δικαιωμάτων στους πραγματικούς πρωταγωνιστές του παιχνιδιού.
Η ηθική του εκδίκηση ολοκληρώθηκε το 2015 με το σκάνδαλο «FIFA Gate» που συγκλόνισε τον Μπλάτερ. «Με αποκάλεσαν τρελό, αλλά έλεγα την αλήθεια: η FIFA είναι μαφία», δήλωσε περήφανα ο Ντιέγκο.
Το τελευταίο κεφάλαιο διαδραματίστηκε με τον Τζιάνι Ινφαντίνο το 2019 : μια σύντομη ανάπαυλα ως πρεσβευτής των θρύλων και μετά η τελική ρήξη.
Ο Μαραντόνα πίστευε πως ο Ινφαντίνο είναι το ίδιο κακός με τον Μπλάτερ. «Τους είχα εμπιστευτεί, αλλά μετά τον Μπλάτερ και τον (πρώην πρόεδρος της ομοσπονδίας της Αργεντινής) Γκροντόνα στη Ζυρίχη, απολύτως τίποτα δεν έχει αλλάξει».
Αυτή η διαμάχη δεν ήταν μια απλή σύμπτωση, αλλά μια εξέγερση της ψυχής του ποδοσφαίρου από τη βάση: ο Ντιέγκο χρησιμοποίησε κάθε μικρόφωνο για να καταγγείλει τις επιχειρήσεις που καταπατούσαν την υγεία των αθλητών, και οι μετωπικές του επιθέσεις, συχνά βίαιες και θεατρικές, προμήνυαν τα σκάνδαλα που αργότερα έλαβαν χώρα.
Για τη FIFA, ήταν ένας ανεξέλεγκτος επαναστάτης. Για τους πολλούς οπαδούς του ένας ήρωας που αγωνιζόταν ενάντια σε αυτούς που βρίσκονταν στην εξουσία. Μέχρι το τέλος των ημερών του, ο Μαραντόνα υποστήριζε την ανεξαρτησία του γηπέδου από τα παλάτια.
