Η Μαντόνα δεν μένει πια εδώ
Εχω υπάρξει μεγάλη θαυμάστρια της Μαντόνα, φανατική «ακόλουθός» της όπως θα λέγαμε σήμερα. Για εμάς, τα κορίτσια που στη δεκαετία του 1980 η ηλικία μας είχε μπροστά τον αριθμό «2», ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια ποπ τραγουδίστρια. Ηταν σύμβολο, πρότυπο, ταγός αισθητικής και συμπεριφοράς. Βάζαμε κάτω τις φωτογραφίες της και προσπαθούσαμε να αντιγράψουμε ό,τι αντέχαμε. Και σκουλαρίκια με σταυρούς και εικονίτσες φορέσαμε και δαντελένια γάντια και ρούχα τάχα μου σκισμένα και ατημέλητα και τα χτενίσματά της αντιγράψαμε και το μακιγιάζ της και όλα.
Χορέψαμε το «Like a virgin», λικνιστήκαμε και φαντασιωθήκαμε λατίνους εραστές με το «La Isla Bonita», τρέξαμε στους κινηματογράφους να δούμε το «Αναζητώντας απελπισμένα τη Σούζαν» (που, σήμερα, να με χτυπήσεις κάτω δεν θυμάμαι περί τίνος επρόκειτο) και βγάλαμε τη γλώσσα μας στο κατεστημένο με το «Like a prayer». Οταν δε μάθαμε την οργισμένη αντίδραση του Βατικανού για τον μαύρο Χριστό, ενθουσιαστήκαμε. Ενα είδος εξαλλοσύνης ήταν η τάση της εποχής, ένα «να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε μέχρι τότε». Και η Μαντόνα ήταν η επιτομή αυτού ακριβώς. Ενα «χωρίς κανόνες» από τη μόδα έως τις σχέσεις.
Και μετά μεγάλωσε λίγο και μεγαλώσαμε κι εμείς μαζί της. Και γουστάραμε το τσαγανό της. Την τόλμη της να εκθέσει τη σεξουαλικότητά της, να φέρει σε πρώτο πλάνο τη γυναικεία ερωτική επιθυμία, να σοκάρει με τις ακραίες σκηνές του «Erotica». Τα κεράσια και τα ζελέ του «9 ½ εβδομάδες» ήταν παιδικά παιχνίδια μπροστά στις σχεδόν πορνό σκηνές των βίντεο κλιπ της αλλά έτσι ήταν η εποχή τότε. Το σεξ ήταν επίδοση, τα one night stand ρουτίνα, τα περιοδικά είχαν λίστες με συμβουλές για τις πιο ερωτικές στάσεις, τις καλύτερες πρακτικές, τα καλύτερα performances. Ο έρωτας δεν ήταν της μόδας, τον είχε κάνει πέρα η σεξουαλική απόλαυση. Και δεν ξέρω αν η Μαντόνα καβάλησε το άτι αυτής της τάσης ή συνέβαλε στην επικράτησή της. Δεν έχει σημασία.
Και μετά μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, το ίδιο κι εμείς. Νέες γενιές βγήκαν στην πρώτη γραμμή, αυτές καθόριζαν πλέον τις τάσεις. Και κάθε γενιά, για να βρει την ταυτότητά της, για να προχωρήσει πρέπει, με κάποιον τρόπο, να ακυρώσει την προηγούμενη. Αλλες αξίες, άλλες αγωνίες, άλλα ζητούμενα. Και στη δική μας γενιά έχω την εντύπωση ότι χρέωσαν έναν ευδαιμονισμό, ένα «όλα για πάρτη μας», μία αδιαφορία. Μπορεί να είχαν και δίκιο, μάλλον είχαν δίκιο, απλά δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, σωστό και λάθος. Κάθε εποχή «τρέχει» με τα δικά της καύσιμα. Ωστόσο μας άρεσε που η Μαντόνα δεν το έβαζε κάτω. Που κάθε τόσο εφεύρισκε μια καινούργια εκδοχή του εαυτού της και προσπαθούσε να την επιβάλει ως μόδα, ασχέτως αποτελέσματος. Προσωπικά, έσπευσα να τη δω όταν, το 2008, έδωσε τη συναυλία της στην Αθήνα. Και ήθελα να πιστεύω ότι ήταν πλέον μια γυναίκα που απλώς έβλεπε τις μόδες να περνούν.
Ξαναζεσταμένο φαγητό
Η Μαντόνα ήταν η Μαντόνα ακόμη και χωρίς νέο άλμπουμ, νέο τραγούδι, νέα εμφάνιση. Οταν όμως, πριν από δύο – τρία χρόνια, είδα κάποιες φωτογραφίες της, ανατρίχιασα. Το είδωλο της νιότης μου είχε γίνει μια καρικατούρα του εαυτού της. Η προσπάθειά της να φαίνεται νέα, τα κοριτσίστικα κοτσιδάκια, το ρετούς που την έκανε να μοιάζει με τις παλιές κούκλες του καναπέ μού φάνηκαν τουλάχιστον μελαγχολικά.
Και πριν από λίγες μέρες ανέβασε ένα βίντεο 13 λεπτών, το Confessions II, ως προπομπό του καινούργιου της άλμπουμ. Ενα χάος με ερωτικές αναφορές σε «βρώμικο» σεξ, ένα όργιο με ποπ αισθητική και τη συμμετοχή άλλων διασημοτήτων. Και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που με μελαγχολεί δεν είναι η εμμονή της να φαίνεται νέα αλλά το ότι δεν κατόρθωσε να ξεφύγει ποτέ από την εποχή που την ανέδειξε. Πάλι εσώρουχα, πάλι αλυσίδες, πάλι χύμα σεξ. Στην εποχή μας μωρέ; Είναι σαν να πουλάς πατάτες όταν προσφέρονται δωρεάν σε 15κιλα τσουβάλια.
