Για ποια ανάπτυξη μιλάμε;
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση προβάλλει συστηματικά τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας ως βασικό τεκμήριο επιτυχίας. Συχνά τονίζεται ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας είναι υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γεγονός που παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντός όσο και εκτός Ελλάδας, γίνεται λόγος ακόμη και για «οικονομικό θαύμα».
Ωστόσο, μια πιο προσεκτική εξέταση των στοιχείων δείχνει ότι η εικόνα είναι λιγότερο εντυπωσιακή από όσο φαίνεται. Κατ’ αρχάς, οι υψηλότεροι ρυθμοί μεγέθυνσης αποτελούν συχνά χαρακτηριστικό των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομιών. Μπορεί το 2,1% του 2024 να φαντάζει υψηλό μπροστά στο 1,1% της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά υπολείπεται από το 3,3% της Τουρκίας, το 3,4% της Βουλγαρίας ή το 4% της Αλβανίας.
Και η επιλογή των συγκεκριμένων χωρών δεν είναι τυχαία καθώς η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των φτωχότερων χωρών της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, το 2025 βρέθηκε στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου μαζί με τη Βουλγαρία. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο της Τουρκίας, η οποία το 2024 βρισκόταν στο 69% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου.
Είναι βέβαιο ότι η υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαπενταετίας και την περίοδο των μνημονίων. Ομως τα στοιχεία των τελευταίων ετών δεν δείχνουν κάποια αναβάθμιση. Μάλλον το αντίθετο. Για παράδειγμα, το 2018 η Ελλάδα βρισκόταν στο 66% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σημαντικά υψηλότερα από τη Βουλγαρία που ήταν στο 53% και από την Τουρκία που ήταν στο 61%.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η εικόνα των μισθών. Το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν 18 χιλιάδες ευρώ, δηλαδή περίπου 45% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και μόλις 17% υψηλότερος από εκείνον της Βουλγαρίας. Ομως το 2018 ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και ήταν σχεδόν διπλάσιος από τον αντίστοιχο της Βουλγαρίας.
Κι αν η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι τόσο θεαματική όσο διαφημίζεται, αξίζει να δούμε και πώς μοιράζεται. Ο δείκτης Gini, που μετρά την εισοδηματική ανισότητα, αυξήθηκε από 31 το 2018 σε 31,8 το 2024, ενώ στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ενωση μειώθηκε από 30,1 σε 29,4. Ταυτόχρονα, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν 27,5% το 2024, το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση μετά τη Βουλγαρία.
Ολα αυτά δείχνουν ότι πίσω από τους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης κρύβεται μια μάλλον απογοητευτική πραγματικότητα. Η ελληνική οικονομία αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τόσο σε όρους ΑΕΠ όσο και σε όρους μισθών, και η ανισότητα αυξάνεται. Τα όποια οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης καταλήγουν σε λίγους ενώ για τους υπόλοιπους η «επιτυχία» είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά πραγματική.
Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης είναι επίκουρος καθηγητής, τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην συντονιστής Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
