O πειρασμός, το ρίσκο και ένας πειραματισμός
Η θεωρία της «συσπείρωσης περί την σημαία» έχει γίνει τελευταία του συρμού. Αναμφίβολα η αλήθεια που εμπεριέχει έχει πλειστάκις επιβεβαιωθεί: Κάθε φορά που η κοινή γνώμη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν προσλαμβανόμενο ως εθνική ή υπαρξιακή απειλή κίνδυνο τείνει ανακλαστικά να συσπειρωθεί γύρω από την όποια κυβέρνηση τυγχάνει να βρίσκεται στην εξουσία. Πιο χαλαρά όταν η απειλή φαίνεται μακρινή. Πιο δυνατά όταν πλησιάζει κοντύτερα.
Ηταν ως εκ τούτου αναμενόμενο το φαινόμενο να επαναληφθεί και παρ’ ημίν. Αρχικά υπό το κράτος της επιτεινόμενης μετά την επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο διεθνούς αβεβαιότητας. Στη συνέχεια ως επακόλουθο της πολεμικής κρίσης που ξέσπασε στη γειτονιά της Μέσης Ανατολής.
Στην πρώτη φάση συνέβαλε υποδόρια στη διατήρηση ανέπαφου του δημοσκοπικού προβαδίσματος της ΝΔ παρά τη διευρυνόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και την προϊούσα πολιτική φθορά της.
Στη δεύτερη φάση το φαινόμενο έγινε πιο αισθητό εξαιτίας του «συναγερμού» που σήμαναν τα drones της Χεζμπολάχ (;) στην Κύπρο και της ομολογουμένως άμεσης, αν και αυτονόητα οφειλόμενης, ανταπόκρισης του έλληνα Πρωθυπουργού στο αίτημα περί στρατιωτικής συνδρομής της «μητέρας πατρίδας».
Αν στην πρώτη φάση η κυβέρνηση είχε ήδη τη δυνατότητα να κεφαλαιοποιήσει το πλεονέκτημα που της πρόσφερε η ταύτισή της με τη σταθερότητα και η σύγκρισή της με την καχεκτική και κατακερματιζόμενη αντιπολίτευση, στη δεύτερη φάση της δόθηκε η απρόσμενη ευκαιρία να αναβιώσει υποσυνείδητα το δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου και να ενεργοποιήσει έτσι τα πατριωτικά ανακλαστικά που την επανασυνέδεσαν, έστω και προσωρινά, τόσο με τους μετακινούμενους στην γκρίζα ζώνη αναποφάσιστους ψηφοφόρους, όσο και με εκείνους που έχουν τεθεί σε τροχιά συμπόρευσης με τον (ακροδεξιό) εθνολαϊκισμό ή προσέγγισης με τα ρεύματα του αναδυόμενου αντισυστημισμού. Εξού και η δημοσκοπική ανάκαμψη που φαίνεται να έσπειρε στην αυλή του Πρωθυπουργού το ζιζάνιο του πειρασμού για άμεση προσφυγή στις κάλπες.
Είναι, βέβαια, όντως αλήθεια ότι στον υπολειπόμενο ωφέλιμο πολιτικό χρόνο είναι μάλλον απίθανο να επαναληφθεί μια τόσο ευνοϊκή για τους κυβερνώντες συγκυρία.
Είναι επίσης αλήθεια ότι έχοντας πιστωθεί έναν ακόμα επιτυχή χειρισμό μιας κρίσης, και δη πολεμικού χαρακτήρα, θα είναι ευκολότερο για τον Πρωθυπουργό να διεκδικήσει και πάλι την αυτοδυναμία επικαλούμενος εθνικούς λόγους που επέβαλαν την αθέτηση της δέσμευσής του για εκλογές στη λήξη της τετραετίας. Πόσω μάλλον που είναι πιθανότερο να ισχύουν ακόμα οι ανησυχίες για περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής και επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών.
Ακόμα όμως και έτσι, το ρίσκο να βρεθεί ο Πρωθυπουργός, εκτός των άλλων, απολογούμενος και για μια άκρως καιροσκοπική (διάβαζε εκβιαστική) επιλογή του χρόνου των εκλογών, είναι πολύ μεγάλο για να αντιμετωπιστεί αψήφιστα ενόψει μιας εκλογικής αναμέτρησης που θα ισοδυναμεί με εξόχως πειραματική και διδακτική δοκιμασία των όρων υπό τους οποίους μπορεί να ανακτηθεί η χαμένη πολιτική εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεσουράνησε ως ένας πολλά υποσχόμενος μεταρρυθμιστής. Εστω και αν ευνοήθηκε από τις περιστάσεις, δεν θα είναι απλό να αναβαπτισθεί στη λαϊκή ετυμηγορία χωρίς προηγουμένως να εξηγήσει για ποιες ακριβώς μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να τον θυμούνται όσοι καλεί να τον ξαναψηφίσουν.
Μήπως θα ήταν προτιμότερο γι’ αυτόν να πάρει τουλάχιστον την πρωτοβουλία για έναν δεσμευτικό συνταγματικό προκαθορισμό της διάρκειας των εκλογικών κύκλων; Θα συνιστούσε ένα στοιχειώδες αποδεικτικό μέσο των προθέσεών του να εγγυηθεί την ουσιαστική πολιτική σταθερότητα σε μια περίοδο που θα ανταγωνίζεται την πολιτική αλλαγή.
