Ο κακός μας ο καιρός
Χθες, οι λίγοι τολμηροί που έκαναν την αποκοτιά να κινηθούν στο κέντρο της Αθήνας, μιλούσαν για μία πόλη σε κατάσταση αφασίας. Τα σχολεία κλειστά, κάποιες υπηρεσίες δεν λειτουργούσαν, στους δρόμους λίγα αυτοκίνητα, στα πεζοδρόμια καθόλου διαβάτες, κάμποσα μαγαζιά κλειστά και όσα ήταν ανοιχτά, ψιλοάδεια. Εν τω μεταξύ, από την προηγουμένη, είχαν ακυρωθεί εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις, συναυλίες, παραστάσεις, κοπές πίτας, καλέσματα, συνεστιάσεις, ραντεβού σε γιατρούς και δικηγόρους, μην πω και ερωτικά ανταμώματα και το πάω σε άλλο επίπεδο.
Ναι, έβρεχε. Εβρεχε πολύ. Και, από την προηγουμένη, οι μετεωρολόγοι μας είχαν προειδοποιήσει να αποφύγουμε τις άσκοπες μετακινήσεις (αναρωτιέμαι ποιοι είναι αυτοί οι μαζοχιστές που σουλατσάρουν στην Αθήνα, έτσι, χωρίς λόγο και σκοπό, θέλω να τους γνωρίσω). Και, όχι, δεν θα κρίνω αν καλώς έκλεισαν τα σχολεία ή αν έπρεπε να μας στείλει μήνυμα το 112, αν ήταν υπερβολικές οι προβλέψεις και οι προφυλάξεις. Ακόμη και αν ήταν δηλαδή, κακό δεν κάνουν καθώς οι κάτοικοι της Αθήνας δεν είμαστε και τόσο εξοικειωμένοι όχι σε ακραία, αλλά ούτε καν σε έντονα καιρικά φαινόμενα. Ειδικά με τη βροχή, πλημμυρίζουν οι δρόμοι, κόβεται το ρεύμα, γίνεται κομφούζιο. Η ίδια η πόλη εξάλλου έχει προ πολλών δεκαετιών απεμπολήσει την άμυνά της στις νεροποντές, από τότε δηλαδή που μπαζώθηκαν κεντρικά ρέματα για να γίνουν «λεωφόροι της ανασυγκρότησης».
Αλλο προσπαθώ να θυμηθώ. Αν, ανέκαθεν, μας απασχολούσε τόσο πολύ το «τι καιρό θα κάνει» ή είναι αποτέλεσμα της «σελεμπριτοποίησης» των τηλεοπτικών μετεωρολόγων (και των ίδιων των καιρικών φαινομένων, από τότε που τα ονοματίσαμε) και της σχετικής υπερπληροφόρησης. Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι συνέβαινε κάτι ανάλογο παλαιότερα. Θυμάμαι πάντως να κοροϊδεύω τον πατέρα μου κάθε φορά που τον έβλεπα να ακούει εμβριθώς το δελτίο καιρού. «Και τι σε νοιάζει; Εχεις απλώσει τραχανά;» του έλεγα κι εκείνος απαξιούσε να μου απαντήσει. Μήπως λοιπόν είναι θέμα ηλικίας; Γινόμαστε, όσο μεγαλώνουμε, περισσότερο ευπαθείς και θέλουμε να παίρνουμε μεγαλύτερες προφυλάξεις στα βρωμόκρυα και τους καύσωνες; Ή μήπως, λόγω κλιματικής αλλαγής, τα φαινόμενα είναι πιο έντονα; Από την άλλη, πολύ πιο παλιά (επί ΠΑΣΟΚ λέμε τώρα) οι άνθρωποι δεν πτοούνταν από τη βροχή. Κυκλοφορούσαν πολλές περισσότερες ομπρέλες στους δρόμους. Σπρωχνόμασταν, φρακάραμε, μπλέκονταν οι ακτίνες από τις ομπρέλες, βριζόμασταν, μια χαρά ήμασταν.
Εκτός αν οφείλεται και αυτό στα σόσιαλ μίντια. Οπου, με την πρώτη σταγόνα της βροχής, η μία θα βγει και θα κάνει στόρι με το καινούργιο της αδιάβροχο και ο άλλος θα ποζάρει ημίγυμνος στην ταράτσα του σπιτιού του για να μας δείξει ότι δεν φοβούνται ορέ τα παλικάρια στη βροχή. Διότι μπορεί ο Τσέχωφ να λέει, στις «Τρεις αδελφές», ότι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν νοιάζονται αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι, οι ευτυχισμένοι ινφλουένσερ όμως νοιάζονται πάρα πολύ.
Από την άλλη θυμάμαι ότι, στο πρώτο μου ταξίδι στη Νέα Υόρκη, στα απύθμενα βάθη της δεκαετίας του 1980, ενόψει μίας κακοκαιρίας, τα μεγάλα κανάλια μετέδιδαν, αποκλειστικά σχεδόν, δελτία καιρού. Και επειδή, τελικά, η κακοκαιρία δεν ήταν και τόσο σφοδρή, την επόμενη μέρα μετέδιδαν, αποκλειστικά σχεδόν, αναλύσεις και συζητήσεις για το αν έπρεπε να πανικοβάλουν τον κόσμο. Μήπως, τελικά, η ανησυχία για τον καιρό αυξάνεται ανάλογα με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου είχα σκεφτεί τότε.
Μνήμες βροχής
Βέβαια, η Αθήνα έχει πληρώσει βαρύ φόρο στις καταιγίδες. Και όχι μόνο τους 25 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους το 2017 στην πλημμύρα στη Μάνδρα. Το 1977, παραμονές εκλογών, μια καταιγίδα έκανε τον Πειραιά και την Αθήνα μια απέραντη λίμνη. Ουδείς μας είχε προειδοποιήσει ώστε να λάβουμε προφυλάξεις διότι θυμάμαι ότι η βροχή με βρήκε, ανέμελη, στον δρόμο, ευτυχώς πολύ κοντά στο σπίτι μίας φίλης μου όπου και διανυκτέρευσα. Τριάντα εννέα άνθρωποι είχαν χάσει τότε τη ζωή τους, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά.
Και τον Νοέμβριο του 1961 η καταιγίδα που σάρωσε την Αθήνα άφησε πίσω της σαράντα εφτά νεκρούς και τρεις χιλιάδες άστεγους.
